Προ ημερών η κυβέρνηση της Γαλλίας ανέλαβε να διασώσει μια αιωνόβια στεγαστική τράπεζα, την Credit Immobilier de France, παρέχοντας εγγυήσεις δισεκατομμυρίων ευρώ για το χρέος της. Σε αντίθεση με την Αμερική, που σταθεροποίησε το χρηματοπιστωτικό της σύστημα σχετικά σύντομα μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008, οι τράπεζες της Ευρωζώνης παραμένουν εύθραυστες.


Στις πλέον προβληματικές χώρες οι καταθέτες αποσύρουν τα χρήματά τους και οι επενδυτές αποχωρούν από τα ομόλογα του δημοσίου. Προκειμένου να αποκαταστήσουν την ηρεμία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσισαν τον Ιούνιο να προχωρήσουν σε μια «τραπεζική ένωση». Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπουν μια νέα εποπτική αρχή που θα αποτελεί παραφυάδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Μόλις θεσπισθεί, οι τράπεζες της Ευρωζώνης θα μπορούν να ανακεφαλαιοποιούνται απευθείας από τους μηχανισμούς στήριξης, μειώνοντας το βάρος για τις ασθενέστερες χώρες. Θα ήταν ένα σημαντικό βήμα προς τη διευθέτηση της κρίσης χρέους και θα μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο για «δημοσιονομική ενοποίηση» στο πλαίσιο της οποίας θα μπορούν να εκδίδονται ευρωομόλογα, ενώ οι εθνικοί προϋπολογισμοί και οι εθνικές οικονομικές πολιτικές θα υπόκεινται σε αυστηρότερους ελέγχους.

Η νέα εποπτική αρχή αποτελεί σημαντική παραχώρηση προς τη Γερμανία και είναι περίεργο να ακούει κανείς το Βερολίνο να διαμαρτύρεται για την πρόταση να τεθούν στο σύνολό τους οι 6.000 τράπεζες της Ευρωζώνης υπό τη νέα αρχή. Η Γερμανία ισχυρίζεται πως η ΕΚΤ δεν μπορεί να εποπτεύει τόσο πολλές τράπεζες και καλύτερα να ελέγχει διεξοδικά ένα μικρότερο αριθμό χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η Επιτροπή ισχυρίζεται όμως πως οι κίνδυνοι απορρέουν όχι μόνον από τις μεγάλες «συστημικές» διασυνοριακές τράπεζες αλλά και από τις μικρότερες.

Ορισμένοι Γερμανοί υποψιάζονται πως οι Γάλλοι προσπαθούν να επιβαρύνουν την ΕΚΤ τόσο ώστε να μην εποπτεύει τίποτε απολύτως. Οι Γάλλοι αλλά και κάποιοι άλλοι πιστεύουν πως η Γερμανία προσπαθεί να εξαιρέσει από τους νέους κανονισμούς τις περισσότερες από τις δικές της τράπεζες. Το γαλλικό χρηματοπιστωτικό σύστημα διαθέτει λίγες μεγάλες τράπεζες, ενώ οι περισσότερες τράπεζες της Γερμανίας αποτελούν συλλογή πολυάριθμων μικρών τοπικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με μεγάλη πολιτική ισχύ.

Στην πράξη η ΕΚΤ θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εθνικές εποπτικές αρχές για την καθημερινή της δουλειά. Αν επικεντρωθεί, ας πούμε, στις 200 μεγαλύτερες τράπεζες, θα έχει εποπτεία τουλάχιστον στο 90% της τραπεζικής βιομηχανίας της Ευρωζώνης. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα έχει πραγματικά την εξουσία: θα μπορεί η ΕΚΤ να εξετάζει οποιαδήποτε τράπεζα; Και θα είναι η μοναδική αρχή που θα εκδίδει ή θα αποσύρει την άδεια λειτουργία τράπεζας;

Προκειμένου να δουλέψει μια τραπεζική ένωση, η Ευρωζώνη πρέπει να θεσπίσει πολύ περισσότερα από μια κεντρική εποπτική αρχή. Χρειάζεται κεντρική αρχή για την εκκαθάριση τραπεζών που έχουν καταρρεύσει. Οι Βρυξέλλες θα ήθελαν να δημιουργήσουν κάτι ανάλογο με την αμερικανική Ομοσπονδιακή Αρχή Ασφάλισης Καταθέσεων (FDIC).

Η Ευρωζώνη καθυστέρησε επικινδύνως να επιχειρήσει τη σταθεροποίηση των τραπεζών της και να διασφαλίσει πως οι φορολογούμενοι δεν θα ζημιωθούν αν αυτές καταρρεύσουν. Οι τράπεζες της Ευρώπης τείνουν να είναι μεγαλύτερες ως ποσοστό του ΑΕΠ από εκείνες της Αμερικής και οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βασίζονται στις τράπεζες περισσότερο από όσο οι αμερικανικές. Το σημαντικότερο είναι πως οι μικρές τράπεζες συχνά διαθέτουν μέσα πολιτικής χειραγώγησης και οι μεγάλες αντιμετωπίζονται ως πρωταθλητές.


Πηγή: skai.gr