Τη θετική συμβολή που θα έχει στην οικονομία και την περιφερειακή ανάπτυξη η αξιοποίηση των περιφερειακών αεροδρομίων, επισημαίνει ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας, σε έγγραφο του που διαβιβάστηκε στη Βουλή προς απάντηση ερώτησης των βουλευτών των Ανεξάρτητων Ελλήνων Γιάννη Δημαρά και Γαβριήλ Αβραμίδη, σχετικά με την ιδιωτικοποίηση του κρατικού αερολιμένα Θεσσαλονίκης.
Ο κ. Στουρνάρας διευκρινίζει πως «τα περιφερειακά αεροδρόμια θα παραμείνουν περιουσία του ελληνικού δημοσίου», καθώς στο πρόγραμμα που υλοποιεί το ΤΑΙΠΕΔ (Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου) περιλαμβάνεται μόνο η αξιοποίησή τους μέσω παραχώρησης της δραστηριότητας λειτουργίας, συντήρησης, οργάνωσης και εν γένει εκμετάλλευσης των αεροδρομίων, μεταξύ των οποίων και του αεροδρομίου «Μακεδονία», για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

«Αυτού του είδους η αξιοποίηση δεν συνιστά εκποίηση δημόσιας περιουσίας, καθώς η ιδιοκτησία των περιφερειακών αεροδρομίων θα παραμείνει στο ελληνικό δημόσιο», τονίζει ο υπουργός Οικονομικών και εκτιμά ότι η παραχώρησή τους θα αναβαθμίσει ουσιαστικά την ποιότητα των υποδομών των αεροδρομίων, καθώς και το επίπεδο εξυπηρέτησης των χρηστών τους.

Με βάση τις σχεδιαζόμενες διαγωνιστικές διαδικασίες, το επενδυτικό σχήμα που θα επιλεγεί, αναφέρει ο υπουργός, θα απαιτείται να έχει εξειδικευμένη εμπειρία στη λειτουργία αεροδρομίων, αλλά και εξασφαλισμένη χρηματοοικονομική ισχύ και ευρωστία, ώστε να υποστηρίξει τη λειτουργία και μελλοντικές επενδύσεις. «Αποτελεί πάγια πρακτική σε τέτοιου είδους συμφωνίες, να ζητούνται από τον παραχωρησιούχο συγκεκριμένες συμβατικές ρήτρες για τη λειτουργία των αεροδρομίων, κατά τρόπον ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο εξυπηρέτησης των αεροπορικών εταιρειών και των επιβατών», σημειώνει ο κ. Στουρνάρας και διαβεβαιώνει ότι «η ποιότητα και η ασφάλεια της λειτουργίας του αεροδρομίου θα ελέγχονται αυστηρά, τόσο με βάση τις συγκεκριμένες συμβατικές προβλέψεις, όσο και από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, η οποία αποτελεί τη Ρυθμιστική Αρχή όλων των αεροδρομίων της χώρας».

Εξάλλου, ο υπουργός Οικονομικών διευκρινίζει ότι πέραν των υπηρεσιών που θα παρέχονται στους επιβάτες και τις αεροπορικές εταιρείες, η συνήθης πρακτική των σύγχρονων αεροδρομίων είναι αυτά να αναπτύσσουν και μη άμεσα αεροπορικές δραστηριότητες, οι οποίες συνεισφέρουν και αυτές σημαντικά στην τοπική ανάπτυξη- επικαλείται δε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, στον οποίο έχει αναπτυχθεί και σημαντική εμπορική δραστηριότητα, με κτίριο γραφείων, μεγάλα εμπορικά καταστήματα, καθώς και εκθεσιακό κέντρο.

Ως προς τη σκοπιμότητα της παραχώρησης των περιφερειακών αεροδρομίων, ο υπουργός Οικονομικών σημειώνει ότι αυτή δεν αφορά μόνο στην καλύτερη συντήρηση και λειτουργία τους, αλλά κατά κύριο λόγο στην εξασφάλιση της προοπτικής για τη μελλοντική τους ανάπτυξη, προκειμένου να εξυπηρετούν την αεροπορική κίνηση με το βέλτιστο δυνατό τρόπο.

«Εξάλλου, βάσει του υφιστάμενου νομικού πλαισίου που ισχύει σε όλα τα περιφερειακά αεροδρόμια, το 80% του «Τέλους Εκσυγχρονισμού και Ανάπτυξης Αερολιμένων», αποδίδεται σε κάθε αεροδρόμιο για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης του, καθώς και για την επιδότηση των άγονων αεροπορικών γραμμών, ενώ το 20% αποδίδεται στην ΥΠΑ προκειμένου να καλύψει τα λειτουργικά και επενδυτικά της κόστη», θυμίζει ο κ. Στουρνάρας.

Για το τιμολογιακό πλαίσιο μετά τη σύναψη των συμβάσεων παραχώρησης, το οποίο θα μπορεί να επιβάλει ο παραχωρησιούχος, ο υπουργός υπογραμμίζει ότι θα είναι οριοθετημένο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται τόσο η διατήρηση των τιμολογίων των αεροπορικών δραστηριοτήτων σε ανταγωνιστικά επίπεδα, όσο και η βιωσιμότητα της ιδιωτικής επένδυσης. Τέλος, σημειώνει ότι τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των συμβατικών δεσμεύσεων σχετικά με την τιμολογιακή πολιτική θα πραγματοποιεί το ελληνικό δημόσιο μέσω της ΥΠΑ.