Με τιμές που αγγίζουν έως και το 1,5 ευρώ το λίτρο ξεκινά από σήμερα Σάββατο η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης στους καταναλωτές, μετά από απόφαση των ομοσπονδιών των Βενζινοπωλών, οι οποίοι είχαν αναβάλλει την «πρεμιέρα» της Δευτέρας, αντιδρώντας στην αύξηση του φόρου.

Σύμφωνα με τις ενδείξεις η ζήτηση για πετρέλαιο αναμένεται να είναι υποτονική όχι μόνο λόγω των τιμών αλλά και της θερμοκρασίας που δεν έχει «παγώσει» ακόμα τα σπίτια.


Η μέση τιμή του πετρελαίου θέρμανσης ήταν την Πέμπτη 1,37 ευρώ το λίτρο. Οι τιμές ξεκινούν από 1,31 ευρώ και κλιμακώνονται μέχρι 1,5 ευρώ το λίτρο.

Σε πτωτική πορεία βρίσκεται το πετρέλαιο κίνησης, ωστόσο, από τα 10 λεπτά περίπου που είναι η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (η οποία ισχύει από την περασμένη Δευτέρα, ταυτόχρονα με την αύξηση του ντίζελ κίνησης), μέχρι σήμερα έχουν περάσει στην κατανάλωση μόνο τα 4 λεπτά.

Συγκεκριμένα, η τιμή διυλιστηρίου για το ντήζελ κίνησης από 1,181 ευρώ το περασμένο Σάββατο, διαμορφώθηκε την Πέμπτη σε 1,084 ευρώ, ενώ η μέση τιμή λιανικής από 1,572 έπεσε στο 1,532 ευρώ/λίτρο.

Στο 1,5 δισ. η απώλεια εσόδων λόγω λαθρεμπορίου

Την ίδια ώρα, σε πονοκέφαλο εξελίσσεται για το υπουργείο Ανάπτυξης το λαθρεμπόριο καυσίμων καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία η απώλεια φόρων ανέρχεται στα 1,5 δισ. ευρώ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει καμία υπηρεσία που να γνωρίζει ακριβώς τις ποσότητες που παράγονται, εισάγονται ή καταναλώνονται στη χώρα μας. Έτσι, το κράτος πορεύεται στα «τυφλά», παρόλο που λύσεις και, μάλιστα, σχετικά εύκολες υπάρχουν, αν και η εφαρμογή τους «κολλάει» στην αδυναμία συνεννόησης των συναρμόδιων υπουργείων.

Σύμφωνα με την εφήμερίδα το Βήμα, κύκλοι του υπουργείου Υποδομών και Ανάπτυξης σημειώνουν ότι μετά την εξίσωση του πετρελαίου θέρμανσης με αυτό της κίνησης, πλέον το λαθρεμπόριο συναντάται κυρίως στο ναυτιλιακό καύσιμο, καθώς και στις εικονικές εξαγωγές, όμως το ύψος του δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια.

Χρησιμοποιώντας διάφορα μοντέλα και συσχετίζοντας τους εισπραχθέντες φόρους από τα καύσιμα με τη συνολική κατανάλωση, προκύπτουν, όπως λένε, συνολικές απώλειες φόρων για το δημόσιο από 500 εκατ. ευρώ έως και 1,5 δισ. ευρώ. 

Οι ίδιες πηγές προτείνουν για την αντιμετώπιση του προβλήματος την εγκατάσταση συστήματος ηλεκτρονικού φορολογικού μηχανισμού στα βενζινάδικα. Αυτό μπορεί να γίνει, σημειώνουν, εφαρμόζοντας τον Ν. 3743/2009, ο οποίος προβλέπει την εγκατάσταση συστήματος εισροών-εκροών, που θα συνδέεται, όμως, υποχρεωτικά με ηλεκτρονικό φορολογικό μηχανισμό. Μάλιστα, όπως λένε, η σχετική δευτερογενής νομοθεσία έχει εκδοθεί.

Ωστόσο, επειδή θα χρειαστεί πολύς χρόνος μέχρις ότου να εγκατασταθούν ηλεκτρονικοί μηχανισμοί στα βενζινάδικα, τα ίδια στελέχη εισηγούνται να μπουν ταμειακές μηχανές, που να συνδέονται με τις αντλίες και να εκδίδουν αποδείξεις αυτόματα.

Έμπειρα στελέχη του υπουργείου Περιβάλλοντος υπογραμμίζουν, παράλληλα, ότι το λαθρεμπόριο κατά παράδοση γίνεται στην φάση της διακίνησης των καυσίμων. Έτσι, προτείνουν την εφαρμογή συστήματος ιχνηλάτησης, το οποίο συνίσταται στη χρήση αντισωμάτων που δίνουν σε κάθε φορτίο μοναδική ταυτότητα και μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν από ειδικές συσκευές.

Παράλληλα, παρατηρούν ότι θα πρέπει να γίνει υποχρεωτική η ηλεκτρονική υποβολή και διασταύρωση όλων των παραστατικών σε όλα τα στάδια μεταφοράς του φορτίου, δηλαδή από τα διυλιστήρια, έως τις εταιρίες εμπορίου και τα βενζινάδικα, καθώς κατ' αυτόν τον τρόπο, θα δίδεται η δυνατότητα στο Δημόσιο να γνωρίζει πλήρως τι συμβαίνει στην αγορά.

Στελέχη του υπουργείου Οικονομικών υπογραμμίζουν ότι πέρα από αυτά τα μέτρα, για να αντιμετωπιστεί η φοροδιαφυγή, θα πρέπει να γίνουν πιο αυστηρές οι ποινές και να μπαίνουν «λουκέτα» δια παντός σε όσους «πειράξουν» τους μηχανισμούς ελέγχου.

Οι ίδιες πηγές υπολογίζουν ότι η φοροδιαφυγή από το λαθρεμπόριο των καυσίμων ανέρχεται σε περίπου 30.000 ευρώ ανα βυτιοφόρο. «Πρόκειται για σίγουρο και μαύρο χρήμα, Αν το κράτος παρέμβει τόσο στα διυλιστήρια όσο και στα βενζινάδικα, θα μπορεί να έχει την πλήρη εικόνα της κατάστασης. Παράλληλα, αξιοποιώντας τον ψηφιακό ταχογράφο θα μπορεί να ελέγχει τα βυτιοφόρα», καταλήγουν.