Τη θέση, πως η προσαρμογή στην Ελλάδα θα ήταν, χωρίς το μηχανισμό διάσωσης, πολύ πιο βίαιη, επισημαίνει ο επικεφαλής του μελλοντικού Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, ο Γερμανός Κλάους Ρέγκλινγκ, σε μακρά συνέντευξή του στην αυστριακή εφημερίδα «Βίνερ Τσάιτουνγκ».

Επισημαίνει ακόμη, ότι λειτουργεί η ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης, ότι για τους φορολογούμενους στις χώρες της Ευρωζώνης δεν έχει κοστίσει ακόμη τίποτε η βοήθεια από το μηχανισμό διάσωσης, ενώ ασκεί κριτική στη «μονόπλευρη θεώρηση» αγγλοσαξονικών οικονομολόγων και Μέσων Ενημέρωσης, υπογραμμίζοντας συγχρόνως πως σήμερα η Ασία είναι ήδη σημαντικότερη από τις ΗΠΑ.

Αναφερόμενος στην Ελλάδα, που, όπως λέει, αποτελεί δύσκολη περίπτωση, ο κ. Ρέγκλινγκ σημειώνει πως κατά την κατάστρωση ενός προγράμματος προσαρμογής, τίθεται πάντα το ερώτημα τι είναι πολιτικά εφικτό και τι είναι αναγκαίο και αυτό πρέπει να είναι συμβατό με τα υπάρχοντα μέσα.

Με τους οικονομικούς πόρους από τον EFSF και ESM αγοράζεται, όπως σημειώνει, χρόνος και με τον τρόπο αυτό μπορεί να επιμηκυνθεί η διαδικασία προσαρμογής, που πρέπει ούτως ή άλλως να υπάρξει, όμως χωρίς αυτούς τους πόρους θα έπρεπε να έλθει «πολύ, πάρα πολύ», πιο γρήγορα. Κατά την άποψή του, χωρίς αυτή τη βραχυπρόθεσμη βοήθεια, το κράτος θα μπορούσε ξαφνικά, από τη μια ημέρα στην άλλη, να δαπανά μόνον αυτά που εισπράττει, κάτι που ενδεχόμενα θα έθετε πραγματικά σε δοκιμασία το πολιτικό σύστημα.

Το πλεονέκτημα ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού διάσωσης είναι, όπως και σε κάθε πρόγραμμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το ό, τι η προσαρμογή επιμηκύνεται κάπως στον χρονικό άξονα. Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος, γιατί υπάρχουν οι μηχανισμοί διάσωσης, για να διευκολύνουν δηλαδή την κατάσταση, διότι διαφορετικά η προσαρμογή θα ήταν «πολύ πιο βίαιη». Επισημαίνοντας, πως αυτή τη στιγμή διεξάγονται διαπραγματεύσεις για ενδεχόμενη επιπλέον διαγραφή χρέους για την Ελλάδα, αρνείται να σχολιάσει το αν θα μπορούσε να εξεταστεί μια διαγραφή από πλευράς δημόσιων πιστωτών, όπως αρνείται να σχολιάσει το αν θα πρέπει να υπάρξει επιμήκυνση του χρόνου για την Ελλάδα, επικαλούμενος επίσης τις διεξαγόμενες συζητήσεις.

Σημειώνει μόνο, ότι η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, για το λόγο αυτό κλήθηκαν το καλοκαίρι οι ιδιώτες πιστωτές να αποδεχτούν μια σαφή διαγραφή χρέους για να βοηθήσουν την Ελλάδα και υπήρξε παραίτηση για πάνω από το ήμισυ των απαιτήσεων, συνολικά 107 δισεκατομμύρια ευρώ , που αντιπροσωπεύουν το 50% του ΑΕΠ της Ελλάδας, και που αποτελεί μια μεγάλη συμβολή και είναι ένα ασυνήθιστο βήμα.

Ο Κλάους Ρέγκλινγκ θεωρεί πως η ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης λειτουργεί, η διαδικασία προσαρμογής στις νοτιοευρωπαϊκές χώρες και στην Ιρλανδία βρίσκεται σε καλή πορεία, τα ελλείμματα στον προϋπολογισμό μειώνονται, οι ισολογισμοί εξελίσσονται θετικά, η ανταγωνιστικότητα βελτιώνεται σαφώς και αυξάνονται οι εξαγωγές, παρόλο που η οικονομική δύναμη συνολικά μειώνεται. Ο ίδιος χαρακτηρίζει ως ανόητο τον ισχυρισμό ότι τα χρήματα δεν πρόκειται να επιστρέψουν ποτέ, αποσαφηνίζοντας συγχρόνως πως δεν καταβάλλονται χρήματα, αλλά δίνονται δάνεια τα οποία πρέπει να επιστραφούν και να εξυπηρετηθούν και βέβαια αναλαμβάνονται με τον τρόπο αυτό κίνδυνοι, που μερικές φορές μπορούν να κοστίζουν, ωστόσο μέχρι τώρα, αυτή η κρίση δεν έχει κοστίσει τίποτε ούτε στους Γερμανούς ούτε στους Αυστριακούς και ούτε σε κανέναν άλλο φορολογούμενο.

Σύμφωνα με τον κ. Ρέγκλινγκ, το τελείως αντίθετο συμβαίνει, δηλαδή η Αυστρία και η Γερμανία, επωφελούνται από τα χαμηλά, λόγω κρίσης, επιτόκια, που σημαίνει ότι έχουν μειωθεί σημαντικά οι κρατικές δαπάνες και για παράδειγμα, στη Γερμανία υπάρχουν εκτιμήσεις, ότι οι δημόσιοι προϋπολογισμοί εξοικονομούν κάθε χρόνο 20 δισεκατομμύρια σε δαπάνη επιτοκίων.