Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους που κατέχει ο επίσημος τομέας είναι αναγκαία, όπως τονίζει η Goldman Sachs σε ανάλυσή της με ημερομηνία 12 Νοεμβρίου. 

 

Σύμφωνα με τη Goldman Sachs,  από την πλευρά των δανειστών, είναι εφικτό να διατηρηθεί η χρηματοδότηση της Ελλάδας και να παραταθεί το τρέχον status quo για μακρά χρονική περίοδο.


Ωστόσο, από την πλευρά του δανειζόμενου (δηλαδή της Ελλάδας), το βάθος της ύφεσης και οι πολιτικές επιπτώσεις δημιουργούν κινδύνους για το πρόγραμμα προσαρμογής και την εφαρμογή του, που αντιπροσωπεύουν την πολιτική βάση για τη συνέχιση της χρηματοδότησης.


Στην έκθεση σημειώνεται ότι το ελληνικό χρέος είναι απίθανο να μειωθεί στο 120% του ΑΕΠ μέχρι το 2020. 


«Τα καλά νέα είναι ότι, με το που αρχίσει η οικονομία να ανακάμπτει, η αναλογία χρέους/ΑΕΠ θα μειωθεί (και θα συνεχίσει να μειώνεται μεσοπρόθεσμα). Τα κακά νέα είναι ότι ο στόχος για 120% του ΑΕΠ μέχρι το 2020, που έχει τεθεί από τους φορείς χάραξης πολιτικής, πολύ απέχει από το να είναι εφικτός».


Η Goldman Sachs εκτιμά πως οι λύσεις που συζητούνται αυτή τη στιγμή (και που θεωρούνται ως πολιτικά εφικτές), όπως η μείωση των επιτοκίων στα διμερή δάνεια, η προσφορά εκταμιευθέντων κερδών από τη συμμετοχή των εθνικών κεντρικών τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα για να βελτιωθούν οι όροι των δανείων προς την Ελλάδα, ένα πρόγραμμα επαναγοράς χρέους για τα ομόλογα του PSI που έχουν αναδιαρθρωθεί, δεν είναι επαρκή για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους, όπως προσδιορίζεται από τους φορείς χάραξης πολιτικής.


Υπογραμμίζει ακόμη ότι μια τελική επίλυση του θέματος θα αναβληθεί περαιτέρω. Συγκεκριμένα, τονίζει ότι για να αυξηθεί η πιθανότητα το ελληνικό χρέος ως ποσοστό επί του ΑΕΠ να προσεγγίσει το στόχο του 2020, θα απαιτηθούν μια πιο δραστική μείωση του χρέους (περίπου κατά 80 δισ. ευρώ, ίσως και περισσότερα).


«Αυτό φαίνεται πολιτικά ανέφικτο αυτή τη στιγμή. Θεωρούμε ότι μια πιο πιθανή έκβαση θα περιλαμβάνει κάποια ανακούφιση χρέους, τη συνέχιση της χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα (κατά ένα μεγάλο βαθμό χρηματοδοτώντας τις πληρωμές των τόκων στον επίσημο τομέα) και τη διατήρηση της αβεβαιότητας στο προφίλ του ελληνικού χρέους. Αυτή η αβεβαιότητα θα βάζει φρένο στην ελληνική ανάκαμψη, έναντι μιας πιο αποφασιστικής διαγραφής του χρέους και θα αναβάλει την επίλυση των ζητημάτων του ελληνικού χρέους», καταλήγει η Goldman Sachs.