Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη σημερινή συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, αλλά είναι πιθανό να δώσει ενδείξεις για την πολιτική που θα ακολουθήσει το επόμενο έτος.


Μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός από τους 71 οικονομολόγους που ρωτήθηκαν από το Ρόιτερς δήλωσαν ότι η ΕΚΤ θα μειώσει το βασικό επιτόκιό της στο 0,5% από το 0,75%. Οι οικονομολόγοι ήταν διχασμένοι σχετικά με την πιθανότητα μείωσης του επιτοκίου στις αρχές του 2013 και επικεντρώνουν την προσοχή τους στις νέες προβλέψεις που θα παρουσιάσει η ΕΚΤ για τις προοπτικές της οικονομίας της Ευρωζώνης. 

«Με τα μακροοικονομικά στοιχεία να είναι απογοητευτικά και την ΕΚΤ έτοιμη να χαμηλώσει τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη, η προοπτικής μίας περαιτέρω μείωσης τους βασικού επιτοκίου τουλάχιστον υπάρχει για το επόμενο έτος», δήλωσε ένας οικονομολόγος. Θεωρείται βέβαιο ότι τη ΕΚΤ θα αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη για το 2012 και το 2013, καθώς η κρίση στην Ευρωζώνη έχει πλήξει τον πυρήνα της, περιλαμβανομένης της Γερμανίας. 
Τον Σεπτέμβριο, η ΕΚΤ προέβλεπε αύξηση κατά 0,5% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης το 2013, μετά από μία μικρή υποχώρησή του φέτος. Οι έρευνες επιχειρηματικής δραστηριότητας έδειξαν ότι η συρρίκνωση της οικονομίας το Νοέμβριο ήταν λιγότερο έντονη από την αναμενόμενη, αλλά είναι λίγες οι ενδείξεις ότι η περιοχή θα βγει σύντομα από την ύφεση. Η ανεργία αυξήθηκε στο 11,7% τον Οκτώβριο, με τις χώρες του Νότου να υποφέρουν περισσότερο. 

Το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Έρκι Λικάνεν δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η κεντρική τράπεζα έχει κάνει ήδη αρκετά για να χαλαρώσει την πίεση από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Η ΕΚΤ πιέζει τις κυβερνήσεις των χωρών - μελών να δράσουν άμεσα και είναι απρόθυμη να λάβει κάθε μέτρο που θα μπορούσε να τις οδηγήσει να χαλαρώσουν τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης. 

Καθώς οι τράπεζες διστάζουν ακόμη να προχωρήσουν σε δανεισμό μεταξύ τους, η ΕΚΤ αναμένεται ευρύτερα να επεκτείνει την πολιτική της προσφοράς απεριόριστων ποσών ρευστότητας στις τράπεζες σε όλες τις διαδικασίες αναχρηματοδότησης που χρησιμοποιεί.