Εισοδήματα πείνας δήλωσαν πέρυσι στην εφορία ένας στους δύο ελεύθερους επαγγελματίες, ένας στους τρεις έμπορους και βιομηχάνους και επτά στους δέκα αγρότες και εισοδηματίες.

Στις φορολογικές τους δηλώσεις αποτύπωσαν εισοδήματα χαμηλότερα των 5.000 ευρώ και αξιοποιώντας τις αδυναμίες του ελεγκτικού μηχανισμού απέφυγαν να πληρώσουν φόρους που τους αναλογούν, μεταφέροντας τα βάρη σε αυτούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να κρύψουν τα εισοδήματά τους, στους μισθωτούς και συνταξιούχους. 

Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομικών έδινε ακόμα μία μάχη με τη φοροδιαφυγή στα πρότυπα των τελευταίων δεκαετιών, είτε στα λόγια είτε με μεγαλόσχημα σχέδια τα οποία μένουν στα χαρτιά. 

Σύμφωνα με τα «Νέα», οι περιπτώσεις φοροδιαφυγής που αποκαλύπτονται από την επεξεργασία των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος δεν σταματούν στο περίπου 1,5 εκατ. φορολογουμένων που δηλώνουν εισόδημα χαμηλότερο των 5.000 ευρώ και δεν είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα μισθωτοί. 

Οι περισσότεροι πλούσιοι με ετήσιο εισόδημα άνω των 500.000 ευρώ εντοπίζονται στους κόλπους των μισθωτών και συνταξιούχων, καθώς υπάρχουν 95 μισθωτοί με ετήσιο εισόδημα λίγο χαμηλότερο από 1 εκατ. ευρώ. Στην ίδια εισοδηματική κατηγορία εντάσσονται 36 αγρότες και εισοδηματίες, 48 ελεύθεροι επαγγελματίες και 47 έμποροι και βιομήχανοι. 

Ολα τα προαναφερόμενα στοιχεία βασίζονται στα στατιστικά δεδομένα τα οποία προκύπτουν από τις 5,7 εκατ. δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που υπέβαλαν πέρυσι 8,8 εκατ. φορολογούμενοι και επεξεργάστηκε η Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων.