Περαιτέρω υποχώρηση της εγχώριας κατανάλωσης μη αλκοολούχων ποτών και εμφιαλωμένου νερού σημειώθηκε το 2011, με το κυριότερο κριτήριο επιλογής για τους καταναλωτές να είναι πλέον η τιμή, όπως προκύπτει από τα συμπεράσματα μελέτης της Hellastat.

Η οικονομική ύφεση καθώς και τα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, συνέβαλλαν στον σημαντικό περιορισμό του εισοδήματος των καταναλωτών, εκτιμά η μελέτη.

Ιδιαίτερη επιβάρυνση προκάλεσε η αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες (σε 23%) για τα εμφιαλωμένα νερά, τα αναψυκτικά, τους χυμούς φρούτων, τον καφέ και το τσάι. Παράγοντες της αγοράς, τους οποίους επικαλείται η ίδια μελέτη, εκτιμούν ότι η αγορά των χυμών υπέστη τις μεγαλύτερες απώλειες, καθώς τα εν λόγω προϊόντα είναι ακριβότερα έναντι των υπολοίπων του κλάδου. Επιπλέον, η αγορά αναψυκτικών υποχώρησε κατά 6%, ενώ πτώση υπέστη και η αγορά του εμφιαλωμένου νερού, εξαιτίας κυρίως της λεγομένης "κρύας" αγοράς (εστιατόρια, καφετέριες κλπ).

Οι καταναλωτές στρέφονται σταδιακά στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (κυρίως στα εμφιαλωμένα νερά και τους χυμούς ραφιού), τα οποία το 2011 εμφάνισαν σημαντική άνοδο πωλήσεων, αλλά και στην κατανάλωση νερού βρύσης αντί εμφιαλωμένου. Πρόσθετη επιβάρυνση στα κέρδη των εταιρειών προκάλεσαν τα αυξημένα κόστη των πρώτων υλών (αυξήσεις στις τιμές των φιαλών ΡΕΤ, της ζάχαρης και των συμπυκνωμένων χυμών).

Τέλος, σημειώνεται ότι τα σημεία πώλησης σταδιακά μειώνονται, καθώς αρκετά σημεία λιανικής έχουν κλείσει εξαιτίας της ύφεσης. Στη μελέτη της Hellastat αναλύονται οι οικονομικές καταστάσεις 42 επιχειρήσεων. Ο κύκλος εργασιών των εταιρειών το 2011 διαμορφώθηκε στα 941,31 εκατ. ευρώ (-7,1% από το 2010). Το 53% των επιχειρήσεων εμφάνισε υποχώρηση πωλήσεων με τη μέση κάμψη να είναι οριακά αρνητική (-0,8%).

Εξαιρούμενης της εταιρείας Coca Cola Τρία Έψιλον, τα αποτελέσματα της οποίας επηρεάζουν σημαντικά το δείγμα, τα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (ΚΠΤΦΑ) δεν κατέγραψαν αξιόλογη μεταβολή, ενώ οι προ φόρων ζημιές περιορίστηκαν στα 18,64 εκατ. ευρώ. Το περιθώριο μικτών κερδών ενισχύθηκε σε 31,4%. Το περιθώριο ΚΠΤΦΑ υποχώρησε σημαντικά, στο 9%, ενώ το περιθώριο ΚΠΦ κατέστη αρνητικό (-1%, από 1% το 2010). Σε αυτό συνέβαλε η υψηλή επιβάρυνση με έξοδα διοίκησης και διάθεσης (30% των πωλήσεων).

Οι δείκτες γενικής και άμεσης ρευστότητας διαμορφώθηκαν σε 1,55 και 1,24, αντίστοιχα. Παρά την αργή είσπραξη Απαιτήσεων (200 ημέρες), ο εμπορικός κύκλος διαμορφώθηκε σε ευνοϊκό επίπεδο (73 ημέρες). Η κεφαλαιακή μόχλευση διατηρήθηκε ιδιαίτερα χαμηλά (0,6 προς 1) ενώ η επιβάρυνση Τόκων και Αποσβέσεων διαμορφώθηκε σε 34,5%. Η μέση αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων μειώθηκε σε 0,1% (από 1% το 2010).