Στο 13% θα ανέρχεται από το 2014 ο φόρος για τους αγρότες, από το πρώτο ευρώ «καθαρού εισοδήματος», όπως αυτό θα προκύπτει μετά την κατάργηση του σημερινού καθεστώτος με βάση τα τεκμήρια που ισχύουν για τα γεωργικάεισοδήματα, ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας και στη βάση των λογιστικών βιβλίων που θα γίνει υποχρεωτική.
Στο νομοσχέδιο αναφέρεται ότι «το δηλωθέν εισόδημα από ατομική γεωργική επιχείρηση υποβάλλεται σε φόρο με συντελεστή 13%. Ειδικά για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) για το δηλωθέν εισόδημα από ατομική γεωργική επιχείρηση εφαρμόζεται αυτοτελώς η κλίμακα μισθωτών - συνταξιούχων».

Η εν λόγω κλίμακα καθιερώνει συντελεστή 22% για εισοδήματα έως 25.000 ευρώ, 32% για τα επόμενα 17.000 ευρώ (κλιμάκιο εισοδήματος από 25.001 έως 42.000 ευρώ) και 42% για εισοδήματα άνω των 42.000 ευρώ. Μαζί με την κλίμακα αυτά ορίζεται έκπτωση φόρου 2.100 ευρώ για εισόδημα έως 21.000 ευρώ.


Από το 2014 (δηλαδή τα εισοδήματα του 2014 που θα δηλωθούντο 2015) οι 1.000.000 αγρότες που δηλώνουν και αγροτικά εισοδήματα θα φορολογούνται πλέον με βιβλίο εσόδων - εξόδων, ενώ εξαιρέσεις θα υπάρξουν για τα μικρά αγροτικά εισοδήματα, χωρίς ακόμα να έχει διευκρινιστεί το όριο.


Οι αγροτοσυνδικαλιστικές οργανώσεις ζητούν αυτό το όριο να ορισθεί σε 20.000 ευρώ (μεικτό εισόδημα), το οποίο αφορά στο 60% με 70% των αγροτών. Η τήρηση των βιβλίων εκτιμάται ότι θα έχει ετήσιο κόστος περί τα 700 ευρώ περίπου.


Σήμερα, 1.000.000 φορολογούμενοι, δηλώνουν εισόδημα 9 δισ. ευρώ και πληρώνουν φόρο για αγροτικά εισοδήματα (1,1 δισ. από τα 9 δισ.) μόλις 115 εκατομμύρια ευρώ, αφού φορολογούνται αποκλειστικά με βάση τα τεκμήρια. 

Απ' αυτούς, οι 715.000 έχουν κυρίως άλλα εισοδήματα (από μισθωτές εργασίες ή ελευθέρια επαγγέλματα) και κάποια αγροτικά εισοδήματα (δηλώνονται κατά μέσο όρο 260 ευρώ  τον χρόνο).

Με το νέο σύστημα, το υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι οι αγρότες θα δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, αφού για παράδειγμα θα απαιτούν από τους εμπόρους να τους κόβουν τιμολόγιο με τις πραγματικές τιμές για τα προϊόντα που πωλούν, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι τιμές για τον τελικό καταναλωτή. 

Με αυτό τον τρόπο, εκτιμούν ότι θα περιορισθεί το «μαύρο χρήμα» και θα χτυπηθεί το κύκλωμα των μεσαζόντων.