Η απόφαση της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας (Bundesbank) να «επαναπατρίσει», συνολικά, 674 τόνους χρυσού που φυλάσσονταν σε Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες προκάλεσε ερωτηματικά,ενώ πυροδότεί και αρκετούς φόβους για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.


Η Bundesbank ανακοίνωσε ότι θα μεταφέρει το σύνολο των αποθεμάτων (374 τόνοι) από την Banque de France στο Παρίσι, κι αυτό διότι Γερμανία και Γαλλία έχουν κοινό νόμισμα. Παράλληλα, θα πάρει άλλους 300 τόνους από την Federal Reserve στη Νέα Υόρκη. Στις ΗΠΑ θα μείνουν 1.200 τόνοι, όπως θα διατηρηθούν και οι 445 τόνοι στη Βρετανία, για διευκόλυνση των συναλλαγματικών μεταβιβάσεων με δολάριο και στερλίνα, αντίστοιχα.

Η μεταφορά θα ολοκληρωθεί το 2020 και τότε η Γερμανία θα έχει τα μισά αποθέματά χρυσού στα εδάφη της και τα μισά στο εξωτερικό. Σε παρόμοια κίνηση έχουν προχωρήσει τα τελευταία χρόνια η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες, η Λιβύη και το Ιράν.

Σημειώνεται, ότι η Γερμανία δεν είχε αποθέματα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά άρχισε να συγκεντρώνει από το 1951 και μετά. Το Βερολίνο φύλαγε τότε, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, και σε άλλα σημεία τον χρυσό της υπό τον φόβο «σοβιετικής επίθεσης». Τον χρυσό που αποθήκευε σε Νέα Υόρκη, Παρίσι και Λονδίνο δεν τον μετέφερε εκεί, παρά τον αγόραζε από τις συγκεκριμένες αγορές. Από το 1973, η Γερμανική Κεντρική Τράπεζα δεν έχει αγοράσει, ούτε πουλήσει χρυσό, πέρα από τους 5-6 τόνους που πουλάει κάθε χρόνο στο υπουργείο Οικονομικών για την κοπή χρυσών νομισμάτων.

Οι αριθμοί είναι πάντως εντυπωσιακοί. Η Γερμανία είναι δεύτερη στον κόσμο σε αποθέματα με περίπου 3.400 τόνους χρυσού (3.396 για την ακρίβεια), αξίας 133 δισεκατομμυρίων ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία από τα τέλη του 2011.

Εσωτερικές πιέσεις και διεθνείς φόβοι

Η Γερμανική Κεντρική Τράπεζα πήρε αυτή την απόφαση επηρεαζόμενη από πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας, όπως η καμπάνια «Φέρτε πίσω τον χρυσό μας» που υποστηρίχθηκε από κρατικούς ορκωτούς λογιστές, του Ελεγκτικού Δικαστηρίου.

Αν και δεν υποκύπτει συχνά σε τέτοιου είδους πιέσεις, αναγκάστηκε ουσιαστικά, να αποδείξει εμπράκτως ότι ο χρυσός της χώρας είναι ασφαλής. Η γερμανική πλευρά, εξάλλου, δεν είχε πραγματοποιήσει ποτέ φυσικό έλεγχο επί των αποθεμάτων της σε ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία και το αίτημα των ελεγκτών ήταν καταλυτικό.

Η απόφαση πάντως της Bundesbank πυροδότησε αρκετούς διεθνείς φόβους όπως και θεωρίες συνωμοσίας για την ασφάλεια των περίφημων θησαυροφυλακίων της Fed, αλλά και τις σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας.

Ο Μοχάμεντ ελ Αριάν, επικεφαλής του hedge fund της Pimco τόνισε ότι η κίνηση αυτή είναι καθαρά πολιτική, ενόψει των εκλογών για την Καγκελαρία το προσεχές φθινόπωρο. Σε άρθρο του στους Financial Times τονίζει ότι οι Γερμανοί ανησυχούν, βλέποντας τα δάνεια που δίνει η χώρα τους σε ασθενέστερες χώρες, όπως η Ελλάδα, τα οποία φαίνεται πως είναι δύσκολο να αποπληρωθούν.

Ο ίδιος όμως κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει η κίνηση του Βερολίνου. Να οδηγήσει και άλλες χώρες στον επαναπατρισμό των αποθεμάτων τους, με αποτέλεσμα να υπάρξουν έντονες πολιτικές εντάσεις ανάμεσα στις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις.

Η Tιμ Χάρφορντ, σε σχόλιό του επίσης στους FΤ, τονίζει ότι ο επαναπατρισμός του χρυσού δείχνει ότι «η Γερμανία δεν εμπιστεύεται τους ξένους, αλλά θα διαβεβαιώσει πολλούς στο εσωτερικό της χώρας». Στο ίδιο μήκος κύματος και το αμερικανικό Forbes το οποίο επισημαίνει ότι «ο επαναπατρισμός του χρυσού της Γερμανίας προκαλεί ερωτήματα για την πίστη του Βερολίνου στην παγκόσμια οικονομία, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση αλλά και στις άλλες κεντρικές τράπεζες. Δείχνει παράλληλα, ότι η Bundesbank, με τη φήμη της ανεξάρτητης, υπέκυψε στις πιέσεις της κοινής γνώμης και των ομοσπονδιακών ελεγκτών».

Ο επαναπατρισμός του γερμανικού χρυσού δεν πρόκειται να αφήσει ανεπηρέαστη τη σχέση δολαρίου-ευρώ, αφού η Γερμανία με την κίνηση αυτή θα ενισχύσει το ευρωπαϊκό νόμισμα εις βάρος του αμερικανικού. Οι συνέπειες θα φανούν εν καιρώ.

Βαγγέλης Βιτζηλαίος