Λάθη στη «συνταγή» λιτότητας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αναγνωρίζουν ο ένας μετά τον άλλον οι αξιωματούχοι του, ομολογώντας ότι προκάλεσε μεγαλύτερη ύφεση από αυτήν που υπολόγιζαν. Τελευταίος ο Πολ Τόμσεν, επικεφαλής του Ταμείου στην αντιπροσωπεία της τρόικας για την Ελλάδα, δήλωσε την περασμένη Παρασκευή σε συνέντευξή του στο πλαίσιο της έκθεσης του ΔΝΤ ότι στο προηγούμενο πρόγραμμα δεν είχαν εκτιμηθεί σωστά οι επιπτώσεις του στην ανάπτυξη.
Σύμφωνα με τα «Νέα», ο κ. Τόμσεν άφησε και αιχμές εναντίον της ευρωζώνης, λέγοντας ότι το Ταμείο εξαρχής είχε ταχθεί υπέρ μιας μεγαλύτερης περιόδου προσαρμογής για την Ελλάδα. 

Στο τελευταίο πρόγραμμα, συνέχισε ο Τόμσεν, υιοθετήθηκε ένας πολύ υψηλότερος «πολλαπλασιαστής», καθώς κατέστη σαφές ότι οι συνθήκες ήταν διαφορετικές από αυτές που είχαν εκτιμηθεί αρχικά (όπου «πολλαπλασιαστής» είναι το μέγεθος που δείχνει πόση ύφεση προκαλεί μια δεδομένη περικοπή στον προϋπολογισμό: εάν το μέγεθος είναι 0,5, τότε για κάθε μονάδα του ΑΕΠ δημοσιονομικής προσαρμογής το ΑΕΠ θα έπεφτε μισή μονάδα). 

Θέλοντας να δικαιολογήσει τις αστοχίες στους υπολογισμούς του Ταμείου, ο δανός τεχνοκράτης επι- χειρεί πάντως να ρίξει μέρος της ευθύνης και στην Ελλάδα λέγοντας ότι ο «πολλαπλασιαστής» ήταν μεγαλύτερος γιατί δεν είχε εκτιμηθεί σωστά η πολιτική κρίση, η οποία κλόνισε την εμπιστοσύνη στην οικονομία της χώρας και γιατί δεν εφαρμόστηκαν οι διαρθρωτικές αλλαγές, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να μην ενισχυθεί η εξωτερική ανταγωνιστικότητα της χώρας. 

Ο Τόμσεν σημειώνει πως η παράταση της περιόδου προσαρμογής, παρότι σωστή, απαιτεί και πρόσθετη χρηματοδότηση και η Ελλάδα έχει λάβει άνευ προηγουμένου βοήθεια. Τελικά, λέει, συμφωνήθηκε παράταση του προγράμματος κατά 2 χρόνια έως το 2016, οπότε και αναμένεται να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ της. Παραδέχεται επίσης ότι ακόμη και σήμερα η κατάσταση στην Ελλάδα παραμένει «πολύ δύσκολη», καθώς οι κοινωνικοπολιτικές ισορροπίες είναι εύθραυστες, το χρέος πολύ υψηλό και η ανταγωνιστικότητα ασθενής. 

Ωστόσο εκτιμά ότι ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος 4,5% είναι εφικτός, αφού χώρες όπως η Ιταλία και το Βέλγιο τον πέτυχαν επί μία δεκαετία προκειμένου να μειώσουν το χρέος τους, ενώ και η ίδια η Ελλάδα είχε πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ στα τέλη της δεκαετίας του 1990.