Περαιτέρω συρρίκνωση το 2013 θα υποστεί η κυπριακή οικονομία, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου (ΚΟΕΠΚ).

Στην μελέτη του ΚΟΕΠΚ σημειώνεται ότι από την εφαρμογή του Μνημονίου προβλέπεται ότι το ΑΕΠ της Κύπρου πρόκειται να συρρικνωθεί κατά -3,9% το 2013, ενώ για το 2012 γίνεται λόγος περί ύφεσης -2,4%.
 

Επισημαίνεται ότι δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ο κίνδυνος υποεκτίμησης των αρνητικών επιπτώσεων στην οικονομική δραστηριότητα και λόγω:
 

- της περαιτέρω απώλειας της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και καταναλωτών από την παρατεταμένη αβεβαιότητα για την ημερομηνία εφαρμογής και το περιεχόμενο του Μνημονίου
 

- της επιδείνωσης των εγχώριων πιστωτικών συνθηκών λόγω των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και


- της χειροτέρευσης του εξωτερικού περιβάλλοντος, ειδικότερα των οικονομιών-εμπορικών εταίρων της Κύπρου, όπως είναι η Ελλάδα και η Βρετανία.


Ο πληθωρισμός για το 2013 προβλέπεται ότι θα φτάσει το 2,4%. Ωστόσο, σημειώνεται, υπάρχει κίνδυνος αυτή η πρόβλεψη να είναι υπερεκτιμημένη (α) λόγω του ότι δεν λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις των δημοσιονομικών μέτρων που αναμένεται να οδηγήσουν σε μειωμένη εγχώρια ζήτηση, και (β) λόγω άμβλυνσης των ανοδικών τάσεων στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και της υποτονικής εξωτερικής ζήτησης.
 

Σύμφωνα με το ΚΟΕΠΚ υπάρχει σοβαρός κίνδυνος υποεκτίμησης της μείωσης του ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ το 2013 αν αγνοηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που προβλέπονται στο Μνημόνιο. Ωστόσο, η παρατεταμένη αβεβαιότητα γύρω από το αν και το πότε θα συμφωνηθεί επισήμως το Μνημόνιο και, ιδιαίτερα, η αβεβαιότητα για το χρηματοπιστωτικό τομέα και, κατά συνέπεια, στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους είναι δυνατό, κατά την ίδια πηγή, να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη μείωση στο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας το 2013.
 
 

Το ΚΟΕΠΚ τονίζει ότι επείγει να δοθεί μήνυμα ετοιμότητας στις τοπικές και διεθνείς αγορές για λήψη μέτρων και εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα διορθώσουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες και θα μειώσουν την αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα.
 

Τέτοιο μήνυμα, υποστηρίζει το Κέντρο δεν στέλνουν για παράδειγμα η άρνηση να μελετηθεί το ενδεχόμενο ιδιωτικοποιήσεων με το επιχείρημα ότι οι «φόροι» που πληρώνουν οι καταναλωτές των προϊόντων των ημικρατικών επιχειρήσεων είναι «κέρδη».