Ανταλλαγή επιχειρημάτων μεταξύ οικονομολόγων για το ελληνικό χρέος διοργάνωσε το Economist στην Αθήνα.


«Το ελληνικό χρέος δεν είναι μόνο ελληνική υπόθεση», αποφάνθηκε το κοινό σε debate που διοργάνωσε το περιοδικό Economist, στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε η Hazlis & Rivas στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.


Στο πλαίσιο εκδήλωσης, αντήλλαξαν τις απόψεις τους ο Κλάους-Πέτερ Βιλς, Γερμανός βουλευτής, υπεύθυνος προϋπολογισμού του CDU (το κόμμα της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ) και ο Γκρέιαμ Μάξτον, οικονομολόγος-συγγραφέας και μέλος του Διεθνούς Κέντρου του Κλαμπ της Ρώμης.


Ο κ. Βιλς υποστήριξε ότι δεν ευθύνονται η Γερμανία και η ΕΕ για ό,τι έχει συμβεί στην Ελλάδα, ενώ ο κ. Μάξτον θεωρεί ότι είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα που δημιούργησε η Ελλάδα στον εαυτό της ώστε δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει μόνη της.


Σύμφωνα με τον κ. Μάξτον, το ελληνικό χρέος δεν είναι μόνο ελληνική υπόθεση για τρεις βασικούς λόγους: Επειδή το ελληνικό χρέος επιφυλάσσει ρίσκα για τους δανειστές ανά τον κόσμο, επειδή το ελληνικό χρέος επηρεάζει την «υγεία» του ευρώ και κατ' επέκταση την παγκόσμια οικονομική προοπτική, αλλά και επειδή η Ελλάδα είναι μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και για αυτό αξίζει την υποστήριξη των εταίρων της.


«Μπορεί το ελληνικό χρέος να είναι πολύ μικρό σε σχέση με το παγκόσμιο ΑΕΠ, ωστόσο, αλυσιδωτά επηρεάζει τους πάντες. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα μόνη της. Άλλωστε, οφείλει να ληφθεί υπόψη η δέσμευση της Γερμανίας ότι το ευρώ πρέπει να πετύχει», υπογράμμισε ο κ. Μάξτον, παρατηρώντας ότι η αδυναμία αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης δημιουργεί πρόσφορο έδαφος στους ευρωσκεπτικιστές.


Ο ίδιος επισήμανε ότι η Γερμανία, όπως και άλλες χώρες, έχουν επωφεληθεί από την ευρωζώνη στο επίπεδο των εξαγωγών και σημείωσε ότι «ο τραπεζικός τομέας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του για τα “κακά” δάνεια που χορήγησε όλα αυτά τα χρόνια».


Ο κ. Μάξτον τάχθηκε υπέρ της στήριξης της Ελλάδας, κυρίως, με πολιτικές επιλογές οι οποίες θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Επιπλέον, εισηγήθηκε τη σύναψη μίας συμφωνίας για το σύνολο του χρέους που αντιστοιχεί στις νότιες χώρες της ευρωζώνης.


Από την πλευρά του, ο κ. Βιλς ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «οι κυβερνήσεις των χωρών οι οποίες αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το χρέος τους πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για το γεγονός ότι δεν τήρησαν τους κανόνες της ευρωζώνης», που αφορούν τη συγκράτηση του χρέους γενικής κυβέρνησης κάτω από το 60% του ΑΕΠ και την επίτευξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.


«Αν το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι υπόθεση της Ελλάδας, τότε ποιου άλλου είναι;», διερωτήθηκε, τονίζοντας ότι επί χρόνια «η Ελλάδα ξόδευε πολύ περισσότερα από αυτά που παρήγαγε». Υπό αυτήν την έννοια, συμπλήρωσε ότι η ίδια η χώρα οφείλει να εργαστεί για τον περιορισμό αυτής της ψαλίδας.


«Όταν κανείς απολαμβάνει από επιτόκιο 18%, επιτόκιο 5%, τότε οι επιλογές του είναι είτε να ξοδέψει περισσότερα, είτε να ξοδέψει περισσότερα για την αποπληρωμή του χρέους του. Πολλές χώρες δεν έκαναν το δεύτερο», παρατήρησε συγκεκριμένα ο κ. Βιλς.


«Αυτό που κάνουμε είναι να απομακρύνουμε τους κινδύνους γύρω από την Ελλάδα, την ίδια ώρα επιβαρύνοντας τους φορολογούμενους της Γερμανίας, στους οποίους οφείλουμε να δικαιολογούμε αυτήν την επιλογή», ανέφερε.


Ο ίδιος επισήμανε ότι την περίοδο 2000-08 οι μισθοί στη Γερμανία συγκρατήθηκαν χαμηλά, ενώ στην Ελλάδα αυξήθηκαν, και τόνισε τη σημασία υλοποίησης μεταρρυθμίσεων από την ελληνική κυβέρνηση.


«Η Γερμανία δεν μπορεί να τινάζει το μαξιλάρι και να πέφτουν χρήματα», είπε χαρακτηριστικά, καταλήγοντας: «Πρέπει να επιστρέψουμε στην αρχή της ευθύνης του καθενός για τα του οίκου του, ώστε με αυτόν τον τρόπο να προστατεύσουμε και την ευρωπαϊκή οικογένεια».


Ανάμεσα στις διαδοχικές εισηγήσεις των δύο ομιλητών, το κοινό υπέβαλε σχόλια και ερωτήματα, υπό το συντονισμό του Τζον Άντριους, σύμβουλου έκδοσης του «Economist».


Ακολούθησε ψηφοφορία η οποία ανέδειξε ως περισσότερο πειστική την επιχειρηματολογία του κ. Μάξτον (86,87%) από αυτή του κ. Βιλς (13,33%).