Στην εξαιρετικά δραματική επιδείνωση των δεικτών φτώχειας στην Ελλάδα και στην ραγδαία αύξηση των ποσοστών ανεργίας αναφέρεται μεταξύ άλλων η Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.

Στην έκθεσή της η τράπεζα βλέπει παράλληλα αλλαγές προς το καλύτερο, απομάκρυνση από το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας, αλλά και βελτίωση του κλίματος ωστόσο τονίζεται πως η Ελλάδα, δεν έχει περιθώρια χαλάρωσης και απόκλισης από το στενό δημοσιονομικό πρόγραμμα στο οποίο βρίσκεται, λόγω της μεγάλης ύφεσης και της υψηλής ανεργίας. 

Όπως υπογράμμισε χαρακτηριστικά ο διοικητής της ΤτΕ «διανύσαμε το μεγαλύτερο μέρος μιας μακράς, δύσβατης και επίπονης διαδρομής με υψηλό τίμημα για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Το τμήμα που απομένει, παρότι μικρότερο, θα είναι εξίσου δύσκολο, καθώς η προσπάθεια θα πρέπει να καταβληθεί επιπλέον των θυσιών που ήδη έγιναν. Τώρα που το τέρμα της διαδρομής, γίνεται επιτέλους ορατό οφείλουμε να εντείνουμε την προσπάθεια, προκειμένου να εξασφαλίσουμε ότι οι θυσίες των πολιτών δεν θα πάνε χαμένες». 

Η ΤτΕ προβλέπει για το 2013 ύφεση της οικονομίας της τάξεως του 4,5% και διόγκωση της ανεργίας. Για τον λόγο αυτό ο διοικητής επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Το ΑΕΠ της χώρας σωρευτικά την περίοδο 2008 - 2013 θα έχει υποχωρήσει κατά 24,6%. Το ποσοστό της ανεργίας κατά μέσο όρο το 2012 διαμορφώθηκε στο ιστορικώς υψηλό επίπεδο του 24,5%, ενώ εφέτος αναμένεται περαιτέρω διόγκωση του. Οι εξελίξεις αυτές εκτιμάται ότι δυσχεραίνουν τη δημοσιονομική προσαρμογή. Παρά ταύτα επισημαίνεται ότι η μεγαλύτερη από την αρχικά προβλεπόμενη ύφεση επιτάσσει ταχύτερο βηματισμό στην προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών. 

Τα παραπάνω συνθέτουν το περίγραμμα των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσει η χώρα και το 2013, ωστόσο η ΤτΕ εκτιμά ότι η ανάκαμψη είναι ορατή το 2014. Θέτει όμως ως προϋποθέσεις για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη της οικονομίας τη συνέχιση της εφαρμογής του προγράμματος, την υιοθέτηση ενός νέου εξωστρεφούς αναπτυξιακού προτύπου, καθώς και την αποτελεσματική αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων. 

Αύξηση των ποσοστών φτώχειας 

Πίσω όμως από τα θετικά στοιχεία της έκθεσης κρύβεται η δραματική φτωχοποίηση των πολιτών. Περιγράφοντας την επιδείνωση των δεικτών φτώχειας στην περίοδο της τρέχουσας κρίσης σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει πως ενώ το ποσοστό φτώχειας για το έτος 2010 υπολογιζόμενο με το κατώφλι φτώχειας του έτους 2005 ήταν 16%, το αντίστοιχο ποσοστό για το επόμενο έτος της έρευνας (2011) έφθασε στο 22,9%. Με άλλα λόγια, μέσα σε ένα μόλις έτος στην περίοδο της τρέχουσας κρίσης καταγράφηκε αύξηση της φτώχειας σε απόλυτους όρους κατά 6,9 εκατοστιαίες μονάδες (ή κατά 43,1%)

Όπως τονίζεται στην έκθεση, ομάδες υψηλού κινδύνου φτώχειας είναι κυρίως οι άνεργοι (το ποσοστό σχετικής φτώχειας φθάνει το 44,0% για την οµάδα αυτή στην έρευνα του 2011) και ιδίως οι άνεργοι άνδρες (ποσοστό φτώχειας 48,4%, αυξηµένο κατά 10 εκατοστιαίες µονάδες έναντι του προηγούµενου έτους, όταν ήταν 38,5%), τα µονογονεϊκά νοικοκυριά µε τουλάχιστον ένα εξαρτώµενο παιδί (43,2% έναντι 33,4%), τα νοικοκυριά µε έναν ενήλικα ηλικίας 65 ετών και άνω (29,7%), οι µη οικονοµικά ενεργοί εκτός των συνταξιούχων (νοικοκυρές κ.λπ., 30,0%), οι γυναίκες (συνήθως ηλικιωµένες) που ζουν µόνες (25,8%), τα νοικοκυριά µε τρεις ή περισσότερους ενήλικες µε εξαρτώµενα παιδιά (24,7%), τα νοικοκυριά που διαµένουν σε ενοικιασµένη κατοικία (25,9%) αλλά και τα παιδιά ηλικίας έως 18 ετών (23,7%). 

Ωστόσο, τα τελευταία έτη στην Ελλάδα η φτώχεια φαίνεται να µετατοπίζεται από την οµάδα τωνηλικιωµένων προς την οµάδα των νεότερων ζευγαριών µε παιδιά, αλλά και προς τους νέους εργαζοµένους. Ειδικότερα, το ποσοστό των παιδιών έως 15 ετών που ζουν κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας αυξήθηκε σε 23,3% το 2011 (ΕΕ-27: 20,3%), από 19,3% το 2005, και είναι υψηλότερο κατά περίπου δύο εκατοστιαίες µονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσµού. Tο πρόβληµα της προστασίας των παιδιών από τις χειρότερες συνέπειες της οικονοµικής κρίσης. Μάλιστα η ΤτΕ εκτιμά πως θα πρέπει πλέον να αντιµετωπιστεί ως ένα από τα πιο επείγοντα ζητήµατα δηµόσιας πολιτικής στην Ελλάδα. 

Μειώσεις μισθών 

Όσον αφορά στις μειώσεις των μισθών η Τράπεζα αναφέρει ότι η μισθολογική δαπάνη ανά μισθωτό, που περιλαμβάνει και τις εργοδοτικές εισφορές καθώς και τις δαπάνες για συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, εκτιμάται ότι μειώθηκε το 2012 κατά 6%. Η μείωση των μέσων αποδοχών εκτιμάται ότι ήταν μεγαλύτερη στον επιχειρηματικό τομέα (-8,4% σε ονομαστικούς όρους, -9,3% σε πραγματικούς). Αν ληφθεί υπόψη και η μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας (της τάξεως του 2,2%), υπολογίζεται ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μειώθηκε για τρίτο συνεχές έτος: κατά 8,0% στο σύνολο της οικονομίας και κατά 12,1% στον επιχειρηματικό τομέα. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναμένει νέα μείωση στις ακαθάριστες ονομαστικές αποδοχές για το 2013, της τάξεως του 7,7%. Η τράπεζα εκτιμά ότι η μείωση αποδοχών στο δημόσιο το 2013 θα διαμορφωθεί στο 6,7%, θα ανέλθει στα επίπεδα του 10% στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και στις τράπεζες και στο μη τραπεζικό ιδιωτικό τομέα θα διαμορφωθεί στο 7,8%. 

Φορολογία 

Όσον αφορά στην φορολογία η Τράπεζα στην έκθεσή της αναφέρει πως άμεσος στόχος που πρεπει να προταχθεί είναι η διαμόρφωση του φορολογικού συστήματος προκειμένου να υπάρξουν περιθώρια για µείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των ήδη φορολογουµένων, η οποία έχει αυξηθεί υπέρµετρα τα τελευταία χρόνια. Η έµφαση της προσαρµογής να στραφεί, πρώτον, στον περιορισµό των δαπανών που δεν έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα και στην αύξηση της αποδοτικότητας των υπολοίπων και, δεύτερον, στον εκσυγχρονισµό του φορο-εισπρακτικού µηχανισµού ώστε να αντιµετωπιστεί αποτελεσµατικά η φοροδιαφυγή. 

Οι τράπεζες 

Για τις εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα, ο κ. Προβόπουλος τόνισε ότι η αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα αποτελεί το κλειδί για την αποκατάσταση ομαλών συνθηκών ρευστότητας. Στο πλαίσιο αυτό έχει ήδη δρομολογηθεί η ανακεφαλαιοποίηση των τριών συστημικών (Εθνικής , Αlpha και Πειραιώς) τραπεζών επισημαίνοντας ότι το επόμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής που προβλέπει την έκδοση υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών και την αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου μέσω κοινών μετοχών θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Απριλίου 2013. Οι μικρότερες τράπεζες μέσα στο ίδιο χρονοδιάγραμμα οφείλουν να ανακεφαλαιοποιηθούν με αμιγώς ιδιωτικά κεφάλαια. Αν δεν συμβεί αυτό τότε η Τράπεζα της Ελλάδος θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες όπως προβλέπονται από το θεσμικό πλαίσιο το αργότερο μέχρι τον Ιούνιο.

Διαβάστε ΕΔΩ την έκθεση