Ο Πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας (Bundesbank) Γενς Βάιντμαν κάλεσε τη Γαλλία να εμμείνει στον στόχο για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος που συμφώνησε με την ΕΕ, αναφέρει δημοσίευμα της εφημερίδας Financial Times.

Την περασμένη εβδομάδα, η Γαλλία ζήτησε από τις Βρυξέλλες να τής δώσει ένα επιπλέον έτος για να μειώσει το έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, καθώς οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειξαν ότι η βαθύτερη ύφεση της οικονομίας της θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο έλλειμμα (3,7% του ΑΕΠ).


Μετά τους υπαινιγμούς του Επιτρόπου Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Όλι Ρεν ότι είναι διατεθειμένος να δώσει επιπλέον χρόνο στη Γαλλία, ο Γενς Βάιντμαν παρενέβη στο διάλογο με ομιλία που έκανε στο Παρίσι, ζητώντας από τη γαλλική κυβέρνηση να εμμείνει στις δεσμεύσεις της. «Αντιμετωπίζουμε μία κρίση εμπιστοσύνης.


Υπήρξε μερική απώλεια εμπιστοσύνης στους δημοσιονομικούς μας κανόνες, όπως και στη βούληση των ευρωπαϊκών χωρών να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους», δήλωσε ο κεντρικός τραπεζίτης, προσθέτοντας ότι για το λόγο αυτό είναι «πολύ σημαντικό για τις μεγάλες χώρες (της Ευρωζώνης) να δίνουν καθαρά μηνύματα, που ενισχύουν την αξιοπιστία των δημοσιονομικών κανόνων και συμφωνιών».
 

Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσε σε συνέντευξή του ότι «η εμμονή στους κανόνες είναι σημαντική», αλλά πρόσθεσε ότι εναπόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κρίνει για το θέμα αυτό.

Η Γαλλία έχει βρεθεί στο φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα, εν μέσω ανησυχιών ότι κάνει πολύ λίγα πράγματα για να απελευθερώσει την οικονομία της. Αν και η εγχώρια ζήτηση διατηρήθηκε σε καλά επίπεδα κατά τη διάρκεια της κρίσης και το δημογραφικό προφίλ της χώρας είναι πολύ καλύτερο από εκείνο της Γερμανίας, η κυριαρχία του κράτους και η σχετική έλλειψη ανταγωνισμού θεωρούνται προβληματικά.


Το τελευταίο θέμα ήρθε στο προσκήνιο την περασμένη εβδομάδα, όταν Αμερικανός επιχειρηματίας έστειλε επιστολή στη γαλλική κυβέρνηση, λέγοντας ότι θα ήταν «ανόητος» να επενδύσει σε ένα εργοστάσιο παραγωγής ελαστικών αυτοκινήτων της χώρας, εξαιτίας του χαλαρού εργασιακού καθεστώτος.