Την άποψη πως για την Ελλάδα θα υπάρξει δεύτερη διαγραφή χρέους, διότι μόνη της δεν θα τα καταφέρει, διατυπώνει ο γνωστός Γερμανός καθηγητής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Βιούρτσμπουργκ, Πέτερ Μπόφινγκερ, ένας από τους πέντε αποκαλούμενους «σοφούς» που συμβουλεύουν τη γερμανική κυβέρνηση, σε σημερινή συνέντευξή του στην μεγάλης κυκλοφορίας, αυστριακή εφημερίδα «Κουρίρ».

Όπως προσθέτει, πρόκειται για ένα μοντέλο, το οποίο εφαρμόζεται και στην κοινωνία, όταν οι άνθρωποι έχουν κάνει ανεύθυνους οικονομικούς χειρισμούς και όπου με μια ιδιωτική πτώχευση μπορούν και πάλι να σταθούν στα πόδια τους.
 

Ο ίδιος πιστεύει, πως η Ευρωζώνη θα υπάρχει και έπειτα από δέκα χρόνια, όμως θα έχει να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, όπως πολιτική αστάθεια, δυσαρέσκεια, ύφεση και στο τέλος δεν θα αποφευχθεί μια αλλαγή πολιτικής, καθώς η μονοδιάστατη λιτότητα έχει φέρει τη Νομισματική Ενωση σε μια απελπιστική κατάσταση και θα πρέπει τώρα να προωθηθεί η ανάπτυξη.
 

Στη συνέντευξή του, με τίτλο «Η ΕΚΤ παρέβλεψε τους κινδύνους», ο κ. Μπόφινγκερ αναφέρει ως σημαντικό, προ πάντων, τον δραστικό περιορισμό της δικτύωσης μεταξύ των τραπεζών, κάτι που θα καθιστούσε δυνατή την επιβίωση όλων, ακόμη και αν θεωρητικά πτωχεύσει η «Ντόιτσε Μπανκ».
 

Επιπλέον, οι κεντρικές τράπεζες στη χρηματοπιστωτική τους πολιτική πρέπει να είναι προσεκτικότερες στην παροχή δανείων και στις τεράστιες αυξήσεις των στεγαστικών δανείων το 2004-2006 σε Ισπανία και Ιρλανδία, η ΕΚΤ απέτυχε, διότι εμμένοντας στη σταθερότητα των τιμών, παρέβλεψε πλήρως του κινδύνους για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
 

Κατά την άποψή του, η ΕΚΤ έκανε επίσης λάθη, για παράδειγμα, όταν τον Ιούλιο του 2008, που η οικονομική κρίση βρισκόταν σε εξέλιξη, αύξησε εκ νέου τα βασικά επιτόκια, όπως και τον Οκτώβριο του 2008, όταν οι τόκοι αναχρηματοδότησης των τραπεζών, τρεις εβδομάδες μετά την κατάρρευση της «Λέμαν», σημείωσαν αύξηση ρεκόρ.
 

Ο ίδιος θεωρεί πως στην τωρινή κατάσταση η ΕΚΤ θα έπρεπε να μειώσει τα βασικά επιτόκια από το 0,75 σε 0,25 ο/ο καθώς είναι παράλογο όταν οι τράπεζες δανείζονται από την ΕΚΤ να πληρώνουν επιτόκιο 0,75 ο/ο, ενώ όταν καταθέτουν σε αυτή δεν λαμβάνουν τόκους και αυτή τη στιγμή η ΕΚΤ κερδίζει σε βάρος αδύναμων τραπεζών.
 

Όπως σημειώνει, μπορεί μεν στο χρηματοπιστωτικό τομέα να έχει αποκλιμακωθεί η κρίση, όμως στην πραγματική οικονομία η κρίση συνεχίζει αμείωτη, η ανεργία στην Ευρωζώνη έχει φτάσει σε ρεκόρ ενός 11,9 ο/ο και ο ίδιος θεωρεί εξωπραγματικές τις προγνώσεις για βελτίωση το δεύτερο εξάμηνο του χρόνου.
 

Στην Ισπανία και τις άλλες χώρες που πλήττονται από την κρίση, όσοι είναι ικανοί να εργαστούν είναι άνεργοι, ενώ οι έξυπνοι νέοι μεταναστεύουν, οι επενδύσεις έχουν μειωθεί δραστικά, όμως με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να γίνει πιο ανταγωνιστική μια οικονομία.
 

Για τους λόγους αυτούς, όπως παρατηρεί, ο Γερμανός οικονομολόγος επαναλαμβάνει τη θέση του πως στις χώρες που βρίσκονται σε ύφεση δεν θα πρέπει να ληφθούν άλλα μέτρα λιτότητας, παρά μόνον αφού ξεπεραστεί η ύφεση.


Σύμφωνα με τον κ. Μπόφινγκερ, μια έξοδος από την ύφεση είναι δυνατή μόνον με τη συνεργασία όλων των χωρών του ευρώ στην αντιμετώπιση της κρίσης, που σημαίνει κοινά επενδυτικά προγράμματα, ενώ για τις υπερχρεωμένες χώρες προτείνει την επιβολή ενός εφάπαξ φόρου περιουσίας που θα καταβληθεί σε δόσεις μέσα σε δέκα χρόνια και του οποίου το ύψος θα είναι για ποσό άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, ένα 10 ο/ο, για ποσό άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ, στο 20%.
 

Ο ίδιος θεωρεί πως δεν θα υπάρξει «μετανάστευση» των πλουσίων, αν ο φόρος επιβληθεί εφάπαξ και σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ πιστεύει πως ένας τέτοιος φόρος δεν είναι απαραίτητος σε χώρες όπως η Αυστρία ή η Γερμανία στις οποίες, εξαιτίας της πολύ θετικής τους αξιολόγησης από επενδυτές, ουσιαστικά «χαρίζονται» χρήματα από τις αγορές.
 

Οι χώρες αυτές, όπως σημειώνει, λαμβάνοντας δάνεια με χαμηλό επιτόκιο, θα πρέπει να τα επενδύουν στις υποδομές και την Παιδεία, κάτι που θα αποδώσει στην εθνική τους οικονομία πολύ περισσότερο από ό, τι οι τόκοι.