Απερρίφθη η πρόταση νόμου του ΣΥΡΙΖΑ, που συζητήθηκε στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, για επαναφορά του κατώτερου εγγυημένου μισθού στα 751 ευρώ μηνιαία, επαναφορά των διατάξεων του ν. 1876/90 για τη μετενέργεια των συλλογικών συμβάσεων και τον ΟΜΕΔ και επανασύσταση του Οργανισμού Εργατικής Εστίας και του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας.

Η πρόταση δεν τέθηκε καν σε ψηφοφορία, καθώς συνεπαγόταν έξοδα για το ελληνικό Δημόσιο - και το άρθρο 73 του Συντάγματος απαγορεύει τη συζήτηση μη κυβερνητικής πρότασης νόμου, τροπολογίας, ή προσθήκης, εφόσον συνεπάγεται οικονομική δαπάνη σε βάρος του Δημοσίου.

Ο υφυπουργός Εργασίας διευκρίνισε πως η πρόταση νόμου απορρίπτεται καθώς η Βουλή, μόλις χθες υπερψήφισε διάταξη που εναποθέτει στον ΟΑΕΔ την ευθύνη της συνέχισης πολιτικών των καταργηθέντων Οργανισμών της Εργατικής Εστίας και της Εργατικής Κατοικίας.

Ανάλογη ήταν και η τοποθέτηση του εισηγητή της Ν.Δ., Μενέλαου Βλάχβεη.

«Ο κατώτερος μισθός αφορά περίπου 400.000 με 500.000 εργαζόμενους, που εργάζονται καθαρά στον ιδιωτικό τομέα » αντέτεινε ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Δ. Στρατούλης. «Οι μόνοι που θα είχαν επιβάρυνση θα ήταν οι επιχειρήσεις - αλλά είναι δεδομένο ότι το 95% των ελληνικών επιχειρήσεων έχει ταχθεί υπέρ της επαναφοράς κατώτερου μισθού. Η ΓΕΣΒΕΕ και η ΕΣΕΕ, με επανειλημμένες παρεμβάσεις τους στην κυβέρνηση, έχουν πει ότι θέλουν να επανέλθει ο κατώτερος μισθός, ως εργαλείο για να ενισχυθεί η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και να επανεκκινήσει η οικονομία», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον κ. Στρατούλη, ούτε η επανασύσταση του ΟΕΕ και του ΟΕΚ θα συνεπαγόταν δαπάνη, καθώς «όπως μεταφέρθηκε η περιουσία τους χωρίς δαπάνη στον ΟΑΕΔ, έτσι θα μεταφερθεί ξανά πίσω».

«Τα ζητήματα που έχουν προκύψει με το δεύτερο Μνημόνιο, δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν με μια διάταξη με τρεις σειρές, διότι θα πρέπει κανένας να δει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αποδέχτηκε τότε η κυβέρνηση την πρόταση από την τρόικα για τη μείωση των κατώτατων μισθών και την ανατροπή του πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων», ανέφερε από πλευράς ΠΑΣΟΚ, ο κ. Γιάννης Κουτσούκος, τοποθετούμενος με ένα «παρών» στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, ο κ. Κουτσούκος τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης του ΟΑΕΔ, προκειμένου να συνεχίσει το έργο που διεκπεραίωναν ο ΟΕΕ και ο ΟΕΚ.

Αντίστοιχη ήταν και η τοποθέτηση του Θωμά Ψύρρα από τη Δημοκρατική Αριστερά, ο οποίος υποστήριξε ότι οι εργασιακές πρόνοιες της πρότασης νόμου του ΣΥΡΙΖΑ, «δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν μεμονωμένα, αλλά εντάσσονται μέσα σε ένα πλαίσιο που το ορίζει η διεθνής συγκυρία, η ενδημκή κρίση και οι συμβατικές υποχρεώσεις της Ελλάδας. Αν τοποθετήσουμε όλα αυτά τα ζητήματα σε ένα τέτοιο πλαίσιο και ζητούμε να τα αλλάξουμε με μία μονοκονδυλιά, μάλλον μας λείπει η στοιχειώδης αίσθηση ενός ρεαλισμού (...) Είναι προτιμότερο η πρόταση νόμου να μην τεθεί σε ψηφοφορία, αλλά να συζητήσουμε στη Βουλή, ιδίως το κρίσιμο ζήτημα των διαδικασιών του ορισμού του κατώτατου μισθού». Σε ό,τι αφορά το έργο των κατηργημένων Οργανισμών, ο εκπρόσωπος της ΔΗΜΑΡ παρέπεμψε σε δέσμη προτάσεων του Συνηγόρου του Πολίτη.

Την αντίθεσή του στην ενσωμάτωση των δύο Οργανισμών στον ΟΑΕΔ εξέφρασε ο βουλεύτης των Ανεξάρτητων Ελλήνων, Π. Μελάς, ο οποίος εκτίμησε πως οι εντολές για την επιλογή αυτή, «έρχονται από αλλού».

Από την πλευρά του ο κ. Δ. Κουκούτσης από τη Χρυσή Αυγή περιορίστηκε να πει πως «σε γενικές γραμμές είμαστε υπέρ της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα το συζητήσουμε στην Ολομέλεια».

Τέλος, το ΚΚΕ, δια του Κ. Χρήστου Κατσώτη, δήλωσε πως υπερψηφίζει την πρόταση νόμου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, παρότι «ο ΣΥΡΙΖΑ, με διάφορα προσχήματα, έφυγε από αυτό που έλεγε στο λαό προεκλογικά για να πάρει ψήφους ριζοσπαστών, και δεν έφερε πρόταση νόμου για κατάργηση του Μνημονίου».