Κλιμακώνεται εκ νέου η αντιδικία ανάμεσα στους «θεωρητικούς» της λιτότητας του ΔΝΤ και σε αυτούς που τους καταλογίζουν λάθη στους υπολογισμούς, επισημαίνει η γαλλική εφημερίδα Le Figaro.

Καθηγητές οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, η Κάρμεν Ράινχαρτ και ο Κένεθ Ρόγκοφ κατείχαν στο παρελθόν υψηλές θέσεις στο Ταμείο, για λογαριασμό του οποίου εκπόνησαν το 2010 την διαβόητη πλέον μελέτη τους για τα αποτελέσματα των πολιτικών λιτότητας.

Πολλοί άλλοι οικονομολόγοι έκαναν λόγο για σφάλματα στην εργασία τους, ιδίως ο Πολ Κρούγκμαν - Νόμπελ Οικονομίας 2008 - που επί μήνες στο ιστολόγιό του αναφερόταν στο «φιάσκο των Ράινχαρτ-Ρόγκοφ».

Σε μια μελέτη που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές της εβδομάδας, τρεις ερευνητές του πανεπιστήμιου της Μασαχουσέτης εξηγούν πώς προέκυψαν τα βασικά λάθη.

Οι Τόμας Χέρντον, Μάικλ Ας και Ρόμπερτ Πόλιν ανέφεραν στην μελέτη τους, στο πλαίσιο της οποίας ζήτησαν - και έλαβαν - από τους Ράινχαρτ και Ρόγκοφ το λογιστικό φύλλο και τα δεδομένα που χρησιμοποίησαν, ότι υπήρξαν σφάλματα, παραλείψεις και αποκλεισμοί που οδήγησαν σε στρεβλά αποτελέσματα. Τα προβλήματα, έγραψαν, είναι κυρίως τρία: πρώτον, οι Ράινχαρτ και Ρόγκοφ αφαίρεσαν επιλεκτικά χρονιές με υψηλά χρέη και μέσο ρυθμό ανάπτυξης, δεύτερον, χρησιμοποίησαν μια συζητήσιμη μέθοδο για να κατατάξουν τα κράτη. Και τρίτον, μοιάζει να υπάρχει ένα λάθος στην μέθοδο αυτή, που αποκλείει τις χώρες με υψηλά χρέη που όμως διατηρούν έναν μέσο αναπτυξιακό ρυθμό. Και τα τρία αυτά προβλήματα προκαταλαμβάνουν τα αποτελέσματα των υπολογισμών των Ράινχαρτ-Ρόγκοφ και τείνουν να επιβεβαιώνουν το εκ των προτέρων συμπέρασμά τους.

Με βάση τα προβλήματα αυτά, έμειναν έξω από τους υπολογισμούς πέντε χώρες: η Αυστραλία, η Αυστρία, το Βέλγιο, ο Καναδάς και η Δανία.

Το ΔΝΤ υποστήριξε ότι γενικά στις χώρες με λόγο χρέους προς ΑΕΠ που υπερβαίνει το 90%, το ποσοστό ανάπτυξης είναι αρνητικό (-0,1%) ενώ εάν γινόταν σωστά ο υπολογισμός, θα φαινόταν πως στην πραγματικότητα το μέσο ποσοστό ανάπτυξης των χωρών αυτών ήταν 2,2%.

Έναντι της διεθνούς κατακραυγής, οι «θεωρητικοί της λιτότητας» αναγκάστηκαν για πρώτη φορά να απαντήσουν, ύστερα από για μήνες άρνηση παραδοχής του οιουδήποτε σφάλματος.

Με χθεσινοβραδινή ανακοίνωσή τους, οι δύο οικονομολόγοι παραδέχθηκαν ότι η εργασία τους περιείχε ορισμένα «σφάλματα», επέμειναν όμως ότι «το κεντρικό συμπέρασμα» της έρευνάς τους συνεχίζει να ισχύει.

«Μας προβληματίζει η διαπίστωση ότι υπάρχει ένα τέτοιο σφάλμα, παρά την προσπάθειά μας να είμαστε προσεκτικοί», ανέφεραν στην ανακοίνωσή τους.

Η Figaro διερωτάται πως είναι δυνατόν «το αίμα, ο ιδρώτας και τα δάκρυα που έχουν χυθεί από μεγάλη μερίδα των λαών της Δύσης να οφείλονται σε μια αδεξιότητα, στην κακή χρήση ενός λογιστικού φύλλου».