Με ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό δημοσίευμα η αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal παρουσιάζει έναν εκτενή απολογισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής της γερμανίδας καγκελαρίου, Άνγκελα Μέρκελ απαντώντας στο γιατί αποφάσισε ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να αποχωρήσει από την ευρωζώνη και ποια ήταν η συμφωνία της με τον πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά. Παράλληλα, γίνεται αναφορά και στην απάντηση της Μέρκελ στον Πρόεδρο της Κύπρου, Νίκου Αναστασιάδη, όταν εκείνος επικοινωνησε μαζί της στις 19 Μαρτίου.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το οποίο είναι βασισμένο σε συνεντεύξεις Ευρωπαίων αξιωματούχων και οικονομικών εμπειρογνωμόνων, η γερμανική ισχύς στην Ευρώπη προκαλεί εντάσεις, ενώ πολλοί Έλληνες και Ισπανοί κατηγορούν τα μέτρα λιτότητας που υπαγορεύει το Βερολίνο για τη μετατροπή των χρηματοπιστωτικών κρίσεων των χωρών τους σε οικονομική ύφεση.

Ακόμη και πολιτικοί της νότιας Ευρώπης, που συμφωνούν με την κυρία Μέρκελ για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στις χώρες τους, δηλώνουν ότι η Γερμανία πρέπει να πράξει περισσότερα για την ανάκαμψη της ανάπτυξης. Μεταξύ αυτών, σημειώνεται είναι και ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος αναφέρει πως «χρειαζόμαστε μια σύγκλιση. Το Βερολίνο πρέπει να κατανοήσει περισσότερο τα επιχειρήματα του Νότου και ο Νότος πρέπει να κατανοήσει περισσότερο τα επιχειρήματα του Βερολίνου».

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στο «ελληνικό πολιτικό χάος» που αντιμετώπισε η Ευρώπη στα μέσα του 2012. Τότε, τονίζεται, πολλοί στη γερμανική κυβέρνηση συνασπισμού αμφέβαλαν για την ικανότητα της Ελλάδας να παραμείνει εντός ευρώ. Αξιωματούχοι μίλησαν για τη θεωρία του «μολυσμένου ποδιού», ότι δηλαδή το ελληνικό άκρο που είχε προσβληθεί από γάγγραινα, θα έπρεπε να ακρωτηριαστεί για να σωθεί το υπόλοιπο σώμα της ευρωζώνης. Τότε, η κυρία Μέρκελ, σε μια προσπάθεια να εκτιμήσει τις αλυσιδωτές αντιδράσεις της αγοράς, κάλεσε χωριστά το πρόεδρο της Bundesbank Γιενς Βάιντμαν και το μέλος της ΕΚΤ Γιόργκ Άσμουσεν για να τους ρωτήσει τι θα συνέβαινε σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Αμφότεροι απάντησαν ότι πιθανότατα θα αποχωρούσε και η Κύπρος, ενώ δεν γνώριζαν αν θα επακολουθούσαν και άλλα κράτη - μέλη της ευρωζώνης.

Πάντα σύμφωνα με το δημοσίευμα, η συγκεκριμένη απάντηση κρίθηκε από την κυρία Μέρκελ ως «υπερβολικά αβέβαιη» και επειδή, όπως της υπογράμμισε ο κ. Βάιντμαν, ήταν ριψοκίνδυνο να παραμείνει η Ελλάδα εντός ευρώ εάν δεν μπορούσε να τηρήσει τις υποχρεώσεις της, η κυρίαα Μέρκελ συνειδητοποίησε ότι χρειαζόταν έναν αξιόπιστο σύμμαχο στην Αθήνα.

Τον Αύγουστο του 2012, ο Έλληνας πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, επισκέφθηκε το Βερολίνο προσπαθώντας να πείσει την κυρία Μέρκελ ότι μπορούσε να αλλάξει την πορεία της χώρας του. «Μπορώ να εγγυηθώ ότι θα δουλεύουμε μέρα και νύχτα» δήλωσε χαρακτηριστικά ο έλληνας πρωθυπουργός. Με τη σειρά της, η γερμανίδα Καγκελάριος αποφάσισε ότι ο κ. Σαμαράς αξίζει τη στήριξή της, υπό τον όρο ότι ο έλληνας πρωθυπουργός θα εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις, ενώ η επίσκεψή της στην Αθήνα λίγες εβδομάδες αργότερα απέδειξε δημόσια ότι στοιχηματίζει υπέρ του.

Ωστόσο, η χρηματοπιστωτική κατάσταση στην Ελλάδα επιδεινώθηκε και το ΔΝΤ δήλωσε ότι θα συνεχίσει το δανεισμό μόνο εφόσον η Ευρώπη διαγράψει μέρος των δανείων της προς την Ελλάδα, προοπτική ιδιαιτέρως «τοξική» για την κυρία Μέρκελ, υπογραμμίζεται στο δημοσίευμα, προσθέτοντας ότι στο πλαίσιο αυτό, η γερμανίδα Καγκελάριος επέπληξε τον γερμανό υπουργό Οικονομικών κ. Σόιμπλε όταν αυτός, σε μυστικές συνομιλίες μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων αξιωματούχων στις 19 Νοεμβρίου 2012 στο Παρίσι, προσφέρθηκε να μειώσει σε βάθος το επιτόκιο του ελληνικού δανείου.

Συγκεκριμένα, η αντιπρόταση της κυρίας Μέρκελ ήταν να μειωθεί το επιτόκιο για την Ελλάδα, αλλά όχι περισσότερο από το γερμανικό κόστος δανεισμού. Το βέτο της γερμανίδας καγκελαρίου ανάγκασε τους αξιωματούχους του ΔΝΤ και της ΕΕ σε αναπροσαρμογή του σχεδίου για τη σταθεροποίηση του ελληνικού χρέους έως το 2022, με την αόριστη υποσημείωση για λήψη «περαιτέρω μέτρων» στο μέλλον, υποσημείωση για την οποία η Γερμανία αρνείται ότι σημαίνει παραγραφή χρέους.

Το δημοσίευμα κάνει αναφορά και στη συνομιλία που είχε η Μέρκελ με τον Νίκο Αναστασιάδη στις 19 Μαρτίου. Όταν η γερμανίδα καγκελάριος κατευθυνόταν με τη λιμουζίνα της στο αεροδρόμιο, αφότου παρακολούθησε την ορκωμοσία του Πάπα Βενέδικτου, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον «απελπισμένο» πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη o οποίος ζήτησε «μεγαλύτερη αλληλεγγύη». «Δεν θα διαπραγματευθώ με σένα. Θα πρέπει να μιλήσεις με την τρόικα» του απάντησε εκείνη.

Στο δημοσίευμα της WSJ επισημαίνεται ότι ο χειρισμός από τη γερμανίδα καγκελάριο της ελληνικής κατάστασης και της «τραπεζικής ένωσης» αποσαφήνισε τις γερμανικές θέσεις: τα κράτη - μέλη της ευρωζώνης που έλαβαν δάνειο οφείλουν να αποπληρώσουν τη βοήθεια που δέχτηκαν και πρέπει να στηρίξουν τις τράπεζές τους, πράγμα που δεν επετεύχθη στην περίπτωση της Κύπρου.