Αντιμέτωποι με νέες μειώσεις των μισθών τους βρίσκονται περισσότεροι από ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα καθώς στις 15 Μαΐου λήγει το τρίμηνο της μετενέργειας της ΕΓΣΣΕ και 42 κλαδικών συμβάσεων, κάτι που θα δημιουργήσει νέες αναταράξεις στις εργασιακές σχέσεις της χώρας μας.


Συγκεκριμένα, με την ολοκλήρωση της μετενέργειας καταργείται το επίδομα γάμου και άλλα επιδόματα που προβλέπονταν στις κλαδικές συμβάσεις με αποτέλεσμα να οδηγήσουν σε περαιτέρω μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα από 10% έως και 20% όπως εκτιμά η ΕΣΕΕ ωστόσο οι εργοδότες αποκτούν το δικαίωμα να μειώσουν τους μισθούς μέχρι και 35%. Αναλυτικότερα από τα μέσα του μήνα παύει να είναι υποχρεωτική η καταβολή επιδομάτων που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις και πλέον οι εργοδότες και οι επιχειρήσεις δεσμεύονται μόνο να καταβάλουν το βασικό μισθό της κάθε σύμβασης και 4 μόνον επιδόματα: προϋπηρεσίας, τέκνου, πτυχίου και ανθυγιεινής εργασίας. 

Με αφορμή τις παραπάνω εξελίξεις η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου προχώρησε σε περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με το πως φτάσαμε στη σημερινή διαμόρφωση του βασικού μισθού.

Σύμφωνα με την ΕΣΕΕ «μέχρι πρότινος η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση ήταν η κορωνίδα της κατοχυρωμένης από το άρθρο 22 του Συντάγματος αρχής της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Το καθεστώς της τέθηκε με το ν. 1876/1990 και είχε γενική ισχύ σε όλη την επικράτεια. Στην προσπάθειά της να επιβάλλει εσωτερική υποτίμηση, η Τρόικα στράφηκε από νωρίς κατά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης. Το βλέπαμε τότε να έρχεται: Η Κυβέρνηση Παπαδήμου ζήτησε από τους κεντρικούς κοινωνικούς εταίρους να συζητήσουν και να αποφασίσουν για ζητήματα που αφορούν στο μισθολογικό κόστος (13ο και 14ο μισθό, κατώτατο μισθό της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, «πάγωμα» αυξήσεων και ωριμάνσεων) και στο μη μισθολογικό κόστος (ασφαλιστικές και άλλες εισφορές, κρατική παρέμβαση και επιπτώσεις της)».

Το κεντρικό επιχείρημα τότε, σύμφωνα με την ΕΣΕΕ, ήταν η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της οικονομίας, καθώς και η απασχόληση η οποία είχε ήδη αρχίσει να μειώνεται. Στην συνάντηση που έγινε για το θέμα αυτό τον Ιανουάριο του 2012, η ΕΣΕΕ πρότεινε την τροποποίηση της Εθνικής Γενικής με μία λογική μειώσεων και επιστροφής του κατώτατου μισθού στα προ κρίσης επίπεδα του 2008-09, ώστε να σωθεί η Εθνική Γενική. 

«Η ΓΣΕΕ και κάποιοι εργοδοτικοί φορείς τότε αρνήθηκαν, με το επιχείρημα ότι δεν πρέπει να πάρουν αυτό το βάρος οι κοινωνικοί εταίροι, αλλά να το πάρει η Κυβέρνηση που νομοθετεί. Η Κυβέρνηση τελικά το πήρε αυτό το βάρος και οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες: Υπέγραψε το δεύτερο μνημόνιο (ν. 4046/2012) που έθεσε τις κατευθυντήριες γραμμές για παρεμβάσεις στον κατώτατο μισθό και ακολούθως εξέδωσε την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 6/2012, που μείωσε τον κατώτατο μισθό κατά 22% (στα 586 €) και αδρανοποίησε την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση. Να υπενθυμίσουμε ότι η ΓΣΕΕ έχει προσβάλλει ως αντισυνταγματική την ΠΥΣ στο Συμβούλιο της Επικρατείας. 

Σύμφωνα με την ΓΣΕΕ, υπάρχει πιθανότητα να κηρυχθεί η ΠΥΣ 6/2012 αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικρατείας, κάτι που η ΓΣΕΕ θα μπορεί να επικαλεστεί στο μέλλον σε κάθε προσφυγή της. Η χαριστική βολή στην Εθνική Γενική δόθηκε με το δεύτερο μεσοπρόθεσμο (ν. 4093/2012). Συγκεκριμένα, η μία και μόνη Εθνική Γενική "αποκαθηλώθηκε" και ο κατώτατος μισθός καθορίζεται πλέον από το Κράτος, μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους (άρθρο Πρώτο παράγραφος 1 ν. 4093/2012). 

Η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού θα έπρεπε να είχε αρχίσει από 1-4-2013 και να τεθεί σε διαβούλευση από το Υπουργείο Εργασίας, μεταξύ των κοινωνικών εταίρων εργοδοτών και εργαζομένων. Η γενική ισχύς και η άμεση επεκτασιμότητα της Εθνικής Γενικής Συλλογική Σύμβασης καταργήθηκαν. Πλέον, δίνεται το δικαίωμα να υπογράφονται πολλές συλλογικές συμβάσεις (πάνω από τον νομοθετικά καθορισμένο κατώτατο μισθό), οι οποίες όμως θα ισχύουν μόνο για τους εργοδότες που θα τις υπογράφουν» αναφέρει η ΕΣΕΕ. 

Στην πρόσφατη πρόσκληση που απέστειλε η ΓΣΕΕ, μεταξύ άλλων θέτει ως αφετηρία της διαπραγμάτευσης τα αιτήματα που περιλήφθηκαν στην επιστολή των κοινωνικών εταίρων προς τον τότε Πρωθυπουργό Παπαδήμο στις 3 Φεβρουαρίου 2012, δηλαδή: Να διατηρηθούν τα προβλεπόμενα στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση για τους κατώτατους μισθούς, το 13ο και 14ο μισθό. Να ξεκινήσει τριμερής διάλογος (Κυβέρνηση – Εργοδοτικοί και Εργατικοί Φορείς) και το αποτέλεσμά του να νομοθετηθεί. Να διατηρηθεί το πλαίσιο μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων.