Ως υπερβολική και αντιπαραγωγική χαρακτηρίζει τη μείωση του κόστους εργασίας το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην τριμηνιαία έκθεσή του για την πορεία της Οικονομίας.

«Με τη μείωση του κόστους εργασίας, επιχειρήθηκε να επιτευχθεί η λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση, καθώς αναμενόταν ότι μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας θα έπεφταν και οι τιμές, κάτι που τελικά δεν συνέβη. Η έμφαση που δόθηκε στη μείωση του κόστους εργασίας και στις θεσμικές μεταβλητές ήταν υπερβολική και, πιθανόν, αντιπαραγωγική. Ουσιαστικά, υπερτονίσθηκε ένας παράγοντας, δεν ελήφθησαν υπόψη η ύφεση (πράγμα που εξηγεί γιατί βραχυχρόνια δεν μειώθηκε η ανεργία ενώ οι μισθοί υποχωρούσαν), ούτε η ανατροφοδότηση της ύφεσης από τη μείωση των μισθών, ούτε ο θετικός ρόλος πολλών θεσμών εργασίας σε ένα κόσμο ατελειών (που χαρακτηρίζεται π.χ. από ολιγοπωλιακέςή/και μονοπωλιακές καταστάσεις)» αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση.

Μάλιστα, παραθέτοντας σειρά στοιχείων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο μισθός έχει λιγότερη σημασία για την ανταγωνιστικότητα από άλλους παράγοντες!» και ουσιαστικά καλεί την κυβέρνηση να δώσε έμφαση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από εδώ και στο εξής. 

Η πορεία του προϋπολογισμού

Για την πορεία του προϋπολογισμού 2013 το πρώτο τρίμηνο 2013 αναφέρει ότι σηματοδοτεί τηνομαλή υλοποίηση του προϋπολογισμού από την πλευρά των πρωτογενών δαπανών με βάση τα μέτρα της κυβέρνησης. 

«Πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι ένα μέρος των μειωμένων δαπανών έναντι των στόχων οφείλεται σε μετάθεση πληρωμής υποχρεώσεων». Αναμφίβολα η προσπάθεια της δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι «δύσκολη και η έκβασή της αβέβαιη» εκτιμούν οι οικονομολόγοι του ΓΠΚ. Αυτό οφείλεται πρώτον στην αρχική κλίμακα και τον εμπροσθοβαρή χαρακτήρα των περιορισμών, στη βαθιά ύφεση που επηρεάζει τη δημόσια οικονομία μέσω των φόρων και της ανεργίας και στα εμπόδια - νομικά και πολιτικά- στα οποία προσκρούουν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις. Επίσης, από κοινωνική άποψη ρόλο παίζει μια διάχυτη αίσθηση ότι τα βάρη της προσαρμογής δεν κατανέμονται δίκαια. 

Σε ότι αφορά την εφαρμογή του κανόνα της μίας πρόσληψης για κάθε μία υποχρεωτικής που συμφωνήθηκε με την τρόικα τον περασμένο μήνα, το ΓΠΚ σημειώνει ότι «αυτό θα βοηθήσει στην ανανέωση και την ποιοτική αναβάθμιση του δημοσίου τομέα». Ωστόσο, προσθέτει ότι η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης «αποτελεί ένα τιτάνιο έργο και λογικά θα απαιτούσε προετοιμασία και σταδιακή εφαρμογή σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου». Μια πρόγευση των δυσκολιών είχαμε όταν ένα χρόνο νωρίτερα επιχειρήθηκε η λεγόμενη «εργασιακή εφεδρεία» επισημαίνεται στην έκθεση και αναφέρεται ότι οι δυσκολίες έχουν πολλές αιτίες: 1) το ισχύον πειθαρχικό δίκαιο δεν επιτρέπει ταχείες αποφάσεις, 2) το Σύνταγμα δεν μπορεί απλά να παρακαμφθεί, 3) η επετηρίδα προκαλεί δυσλειτουργίες στο Δημόσιο και 4) η παράδοση του πελατειακού συστήματος δημιουργεί αμφιβολίες για τη δυνατότητα αξιοκρατικών προσλήψεων ή μετακινήσεων.


Μεγάλη υστέρηση στα έσοδα

Για την πορεία των εσόδων διαπιστώνεται «μεγάλη υστέρηση» στα καθαρά έσοδα και ιδιαίτερα στα έσοδα από έμμεσους φόρους, όπως στον ΦΠΑ, στον ΕΦΚ καπνού και πετρελαιοειδών. «Πηγές αβεβαιότητας ωστόσο, δημιουργούν οι χαμηλότερες έναντι του στόχου επιστροφές φόρων, καθώς και τα μεγαλύτερα -έναντι των στόχων- έσοδα του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων που όμως δεν συμβαδίζουν με τις αντίστοιχες δαπάνες» αναφέρει το Γραφείο. Επίσης, οι οικονομολόγοι του Γραφείου αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν (οικονομικά και κοινωνικά) περιθώρια για περαιτέρω μέτρα λιτότητας. 

«Το επιθυμητό θα ήταν βέβαια να εξετασθούν δυνατότητες για μικρότερες περικοπές δαπανών και μείωση φορολογικών συντελεστών το 2013. Υποστηρίζεται ευρέως ότι ειδικά ο συντελεστής ΦΠΑ 23% στις επιχειρήσεις εστίασης αποτελεί πλήγμα για την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού, με δεδομένους τους κατά πολύ χαμηλότερους συντελεστές ανταγωνιστικών χωρών. Εν τούτοις, λόγω συνθηκών, δεν είναι βέβαιο ότι η μείωση του συντελεστή θα οδηγούσε σε χαμηλότερες τιμές στην εστίαση. Αντίθετα, η αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα μπορούσε να διευκολύνει μια ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή που λαβαίνει υπόψη την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την κατάσταση της εσωτερικής ζήτησης». 

Αστάθεια στο ασφαλιστικό σύστημα

Για την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων στην έκθεση αναφέρεται ότι η ύφεση και η ανεργία, σε συνδυασμό με την επέκταση της ανασφάλιστης εργασίας και την αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε ΙΚΑ, ΟΑΕΕ κ.α. «αυξάνουν τα ελλείμματα των ασφαλιστικών ταμείων, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε νέες περικοπές συντάξεων και έτσι ανατροφοδότηση της ύφεσης. Η κατάσταση του ασφαλιστικού συστήματος είναι όντως ασταθής και οι τάσεις μπορούν να αναστραφούν μόνον αν αποδώσουν γρήγορα άλλα μέτρα και πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην επανεκκίνηση της οικονομίας (ΕΣΠΑ, μεγάλα έργα κλπ)». Επίσης, αναφέρεται στην έκθεση ότι το μεγάλο ποσοστό κάλυψης της προγραμματισμένης συνολικής επιχορήγησης, σε συνδυασμό με την περσινή υπέρβαση του στόχου, δημιουργεί αμφιβολίες για την δυνατότητα συγκράτησης των δαπανών του ΟΑΕΕ για την φετινή χρονιά. 

Καθυστέρηση στις ιδιωτικοποιήσεις

Για το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων αναφέρεται πως «γενικά, η διαδικασία ιδιωτικοποίησης και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας εξελίσσεται με βραδύτητα και, αντίστοιχα, είναι αργός ο ρυθμός εισροής εσόδων στα κρατικά ταμεία από το πρόγραμμα» αναφέρει στην έκθεσή του το Γραφείο. Οι αιτίες της βραδύτητας είναι πολλές και πρέπει να αναζητηθούν, ανάμεσα σε άλλα, στις συναρμοδιότητες των υπουργείων, σε νομικές εμπλοκές, σε βάρη του παρελθόντος (π.χ. η έναρξη έρευνας της ευρωπαϊκής επιτροπής ανταγωνισμού για ενδεχόμενες κρατικές ενισχύσεις στη Λάρκο, όπως επίσης, τα υψηλά χρέη της επιχείρησης που ανέρχονται σε 300 εκατομμύρια ευρώ) και σε πολιτικές αναστολές σε ορισμένες περιπτώσεις κυρίως λόγω του φόβου να γίνουν πωλήσεις κάτω από την αξία των μονάδων και οικοπέδων. Παράλληλα, σημειώνει πως υπάρχει συναίνεση ότι μια από τις προϋποθέσεις για επωφελείς ιδιωτικοποιήσεις είναι να μη μετατρέπονται τα δημόσια σε ιδιωτικά μονοπώλια. 

«Η εμπειρία που υπάρχει από παρόμοιες ιδιωτικοποιήσεις κρατικών μονοπωλίων δεν είναι ενθαρρυντική (πχ εταιρίες ύδρευσης στη Γερμανία). Μια άλλη προϋπόθεση είναι η καθίδρυση ενός αποτελεσματικού και αξιόπιστου συστήματος κανονιστικής ρύθμισης, πράγμα σημαντικό όχι μόνο στην περίπτωση μονοπωλίων». Από την άλλη πλευρά, αποδίδει τα εύσημα στην ελληνική κυβέρνηση που ζητάει την επιτάχυνση των διαδικασιών για «τραπεζική ένωση» στην ΕΕ. 

Διαβάστε ΕΔΩ την έκθεση