Στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό πρόγραμμα προσαρμογής αποδείχθηκε λιγότερο επιτυχημένο από αυτό της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, καταλήγει μελέτη της γνωστής «Δεξαμενής Σκέψης» των Βρυξελλών, Bruegel, η οποία δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, υπό τον τίτλο «Μια πρώτη αξιολόγηση για τη βοήθεια της ΕΕ και του ΔΝΤ προς τις χώρες της ευρωζώνης».

Το Bruegel καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πρόωρες εκτιμήσεις της τρόικας σχετικά με την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να προσαρμοστεί, αποδείχθηκαν αισιόδοξες. Αντίθετα, οι παραδοχές της τρόικας στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αποδείχθηκαν πιο ρεαλιστικές και η επιστροφή των χωρών αυτών στις αγορές είναι εφικτή.

Σύμφωνα με το Bruegel, ένα «υπεραπλουστευμένο» συμπέρασμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων προσαρμογής είναι ότι το ιρλανδικό πρόγραμμα φαίνεται πετυχημένο, καθώς εκτιμάται ότι η χώρα βρίσκεται στον σωστό δρόμο για να εξέλθει από το τριετές πρόγραμμα και σταδιακά ανακτά την πρόσβασή της στις αγορές, παρότι υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι. Όσον αφορά την Πορτογαλία, το Bruegel εκτιμά ότι η επιτυχία του προγράμματος δεν είναι εγγυημένη, καθώς η οικονομία τής χώρας παραμένει διαρθρωτικά αδύναμη και ευάλωτη. Όσον αφορά, όμως το ελληνικό πρόγραμμα, το Bruegel θεωρεί ότι ήταν αποτυχημένο.

Ειδικότερα, όσον αφορά την Ελλάδα το Bruegel εκτιμά ότι η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα ήταν προτιμότερο να είχε γίνει νωρίτερα και προσθέτει ότι η καθυστερημένη αναδιάρθρωση είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες ζημιές για τους φορολογούμενους. Παράλληλα, αφήνει να εννοηθεί ότι ο επίσημος τομέας θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι η Ελλάδα δεν δύναται να αποπληρώσει το χρέος της. Η μελέτη του Bruegel επισημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική πορεία από αυτήν της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας για τρεις λόγους: Πρώτον, οι αρχικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για την Ελλάδα. Δεύτερον, το ελληνικό διοικητικό και πολιτικό σύστημα είναι πολύ πιο αδύναμο σε σχέση με αυτό των δύο άλλων χωρών. Τρίτον, η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που ζήτησε οικονομική βοήθεια, όταν η ευρωζώνη ήταν εντελώς απροετοίμαστη για μια τέτοια κρίση.

Σε γενικές γραμμές, το Bruegel τονίζει ότι τα προγράμματα της τρόικας πέτυχαν σε ορισμένους τομείς και ταυτόχρονα απέτυχαν σε άλλους. Για παράδειγμα, αναφέρει ότι η ταχύτερη από το αναμενόμενο συρρίκνωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχία, ενώ αποτυχία είναι η βαθύτερη από το αναμενόμενο ύφεση και η υψηλή ανεργία. Ειδικότερα για την ανεργία στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, το Bruegel σημειώνει ότι δεν ευθύνονται μόνο τα μέτρα λιτότητας, αλλά και η δυσλειτουργία της αγοράς εργασίας στις χώρες αυτές.

Εξάλλου, οι συντάκτες της έκθεσης, οι οικονομολόγοι Ζαν Πιζανί Φερί, Αντρέ Σαπίρ και Γκούντραμ Βουλφ, επισημαίνουν ότι για την αντιμετώπιση της κρίσης, η συνεργασία της ΕΕ και του ΔΝΤ αρχικά ήταν αναπόφευκτη και αναγκαία, κυρίως λόγω της έλλειψης τεχνογνωσίας και εμπειρίας της ΕΕ, καθώς και έλλειψης εμπιστοσύνης προς τα ευρωπαϊκά όργανα να δράσουν μόνα τους. Ωστόσο, εκτιμούν ότι στο μέλλον, η συμμετοχή του ΔΝΤ σε προγράμματα οικονομικής βοήθειας θα πρέπει να περιοριστεί στο 10% της συνολικής βοήθειας, όπως έγινε στην περίπτωση της Κύπρου.

Ειδικότερα, όσον αφορά την τρόικα, οι συντάκτες της έκθεσης προτείνουν τα εξής:

Πρώτον, ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρέπει να μετατραπεί σε ένα είδος «Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου», ούτως ώστε να αποφευχθεί ο διττός ρόλος της ως αντιπρόσωπου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Eurogroup από τη μία και ως Κοινοτικού Οργανισμού από την άλλη.

Δεύτερον, ο ρόλος της ΕΚΤ στην τρόικα θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο διακριτικός, ώστε να αποφευχθούν συγκρούσεις συμφερόντων. Η ΕΚΤ θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες και να εκφράζει τις ανησυχίες της όταν χρειάζεται, αλλά δεν χρειάζεται να έχει πλήρη διαπραγματευτική ισχύ.

Τρίτον, η συμμετοχή του ΔΝΤ στα προγράμματα χωρών της ευρωζώνης θα πρέπει να συνεχιστεί έως ότου συσταθεί ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και έως ότου η ευρωζώνη γίνει μέλος του ΔΝΤ. Έως τότε, το ΔΝΤ πρέπει να είναι «καταλυτικός δανειστής», υπό την έννοια της συμμετοχής με ένα ελάχιστο ποσοστό στη χρηματοδότηση των προγραμμάτων διάσωσης και ταυτόχρονα της παροχής τεχνικής βοήθειας τόσο στο ενδιαφερόμενο κράτος όσο και στην ΕΕ. Στην περίπτωση αυτή, διατηρεί επίσης ακέραια τη δυνατότητα να αποχωρήσει σε περίπτωση διαφωνίας. Συγκεκριμένα προτείνεται η συμμετοχή του ΔΝΤ να περιοριστεί στο 10% της συνολικής χρηματοδότησης.

Τέλος, το Bruegel σημειώνει ότι στη μελέτη του δεν έλαβε υπόψη τις μεταβολές στο εισόδημα και στον πλούτο των χωρών που βρίσκονται σε πρόγραμμα, ούτε τις κοινωνικές επιπτώσεις λόγω της μεγάλης αύξησης της ανεργίας και της ανεργίας των νέων στις χώρες του μνημονίου.