Σημαντική ανάπτυξη συνεχίζουν να παρουσιάζουν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (private label), καθώς, όπως προκύπτει από σχετική κλαδική μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Icap Group ΑΕ, η αξία των συνολικών πωλήσεων των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στην εγχώρια αγορά, μέσω των σούπερ μάρκετ και cash & carry, αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 11% την περίοδο 2007-2011.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη μελέτη, η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και το 2012, με εκτιμώμενο ποσοστό της τάξης του 4%-5%, σε σχέση με το 2011.

Αναλυτικά, κυρίαρχη κατηγορία παραμένουν τα τρόφιμα με ποσοστό συμμετοχής 66% περίπου, το 2011.

Ακολουθεί η κατηγορία που περιλαμβάνει τα προϊόντα καθημερινής συντήρησης του νοικοκυριού (απορρυπαντικά, χαρτικά, καθαριστικά) με ποσοστό της τάξης του 13% και η κατηγορία που περιλαμβάνει τα πάσης φύσεως χρηστικά είδη του νοικοκυριού, καθώς και τα είδη ένδυσης με ποσοστό 11,5% περίπου.

Ο βαθμός διείσδυσης των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (ο οποίος εκφράζεται με τον λόγο των πωλήσεων P-L ως ποσοστό στο σύνολο των πωλήσεων των επιχειρήσεων του κλάδου των super markets και cash and carry) διαμορφώθηκε στο 20,7% το 2011, από 18,8% το 2010.

Στο πλαίσιο της μελέτης, πραγματοποιήθηκε και χρηματοοικονομική ανάλυση των επιχειρήσεων super markets και cash & carry, που διαθέτουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Από την ανάλυση του ομαδοποιημένου ισολογισμού, ο οποίος συντάχθηκε με βάση αντιπροσωπευτικό δείγμα 55 εταιρειών, προκύπτουν τα εξής:

Το σύνολο του ενεργητικού των επιχειρήσεων του δείγματος παρουσίασε οριακή αύξηση 0,9%, το 2011, ενώ τα ίδια κεφάλαια εμφάνισαν σημαντική μείωση 19% την ίδια περίοδο.

Οι μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 63%, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις μειώθηκαν κατά 6% περίπου.

Οι συνολικές πωλήσεις των 55 επιχειρήσεων παρουσίασαν οριακή αύξηση 1%, το 2011, σε σχέση με 2010.

Το μικτό κέρδος παρέμεινε ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα (-0,6%). Ωστόσο, η αύξηση των λοιπών λειτουργικών εξόδων κατά 7,3%, σε συνδυασμό με την αύξηση των χρηματοοικονομικών δαπανών, οδήγησε στην εμφάνιση αρνητικού λειτουργικού αποτελέσματος, το 2011.

Τελικά, το καθαρό αποτέλεσμα των εταιρειών του δείγματος ήταν ζημιογόνο, το 2011, ενώ, το 2010, ήταν κερδοφόρο. Τα κέρδη EBITDA μειώθηκαν κατά 64,4%.

Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και ο δείκτης τιμών καταναλωτή, το μέγεθος των νοικοκυριών, καθώς και η συμμετοχή των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στο καλάθι αγορών ανά επίσκεψη, αποτελούν τους παράγοντες, που καθορίζουν τη συνολική ζήτηση των εν λόγω προϊόντων.

Στη δυναμική της εξεταζόμενης αγοράς, όπως αναφέρεται στη μελέτη, «αναμφίβολα συμβάλλει και η οικονομική ύφεση, η οποία έχει στρέψει σημαντικό μέρος του καταναλωτικού κοινού στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Η αλλαγή της αγοραστικής συμπεριφοράς του κοινού, η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών και οι συνθήκες αβεβαιότητας, που επικρατούν γενικότερα στην ελληνική οικονομία, οδήγησαν σημαντική μερίδα καταναλωτών στο να προβούν, μεταξύ άλλων, και στη μείωση της αξίας του «καλαθιού αγορών».

Ως αποτέλεσμα, περισσότεροι καταναλωτές στρέφονται στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία προσφέρονται σε ανταγωνιστικότερες τιμές από τα αντίστοιχα «επώνυμα», με το όφελος της εξοικονόμησης να ποικίλει, ανάλογα με την κατηγορία προϊόντων».