Στην εκτεταμένη αναδιάρθρωση  που συντελείται στην ελληνική οικονομία και  στις εξελίξεις που σηματοδοτούν τις θετικές της προοπτικές αναφέρθηκε ο Γ.Προβόπουλος Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στο Συνέδριο: “Η κρίση στη ζώνη του ευρώ” που πραγματοποιείται σήμερα στον Αστέρα της Βουλιαγμένης.

Σημείωσε ότι παρά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισε η Ελλάδα, τόσο στην πραγματική οικονομία όσο και στο τραπεζικό σύστημα, η κατάσταση πλέον έχει αρχίσει να αλλάζει προς το καλύτερο, καθώς έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και να ενισχυθεί έτσι η ανταγωνιστικότητά της. Και το κυριότερο, η χώρα βρίσκεται σε καλό δρόμο για την οικοδόμηση ενός ισχυρού και ανταγωνιστικού τραπεζικού συστήματος.

Ως απόδειξη της καλύτερης σημερινής κατάστασης ανέφερε ότι: Από την κορύφωση της κρίσης τον περασμένο Ιούνιο:οι τιμές των μετοχών έχουν υπερδιπλασιαστεί, οι διαφορές αποδόσεων των ομολόγων έχουν μειωθεί κατά 2.500 μονάδες βάσης και πλέον, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα έχουν αυξηθεί κατά 12% περίπου. Τα τραπεζογραμμάτια που είχαν αποθησαυριστεί -- βασική ένδειξη της ανασφάλειας που επικρατούσε -- επιστρέφουν σταδιακά στο τραπεζικό σύστημα. Η εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από τη χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα έχει μειωθεί σχεδόν κατά 35%. Καθώς η αναμόρφωση της ελληνικής οικονομίας συνεχίζεται, εκτιμώ ότι η χώρα θα επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης από το 2014.

«Ως Διοικητής του ιδρύματος που είναι αρμόδιο για την εποπτεία και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αισθάνομαι ιδιαίτερη ικανοποίηση», τόνισε «διότι, μετά από τρία χρόνια βαθιάς κρίσης, η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος όχι μόνο έχει διαφυλαχθεί, αλλά και έχει ισχυροποιηθεί».

 Μετά από αυτές τις επισημάνσεις, αναφέρθηκε στα γενεσιουργά αίτια της κρίσης δημόσιου χρέους στην Ελλάδα και στις ενέργειες τις οποίες ανέλαβαν οι αρχές για την αντιμετώπισή της.

Ολόκληρη η ομιλία:

«Η ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ το 2001 θεωρήθηκε γενικότερα σταθμός στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, σηματοδοτώντας τη μεταστροφή των οικονομικών επιδόσεων της χώρας.Πράγματι, η ένταξη στη ζώνη του ευρώ φάνηκε να σημαίνει την έναρξη μιας νέας εποχής.

Την περίοδο μεταξύ 2001 και 2008, ο πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε σε περίπου 4% κατά μέσο όρο ετησίως, ο πληθωρισμός μειώθηκε σε χαμηλούς μονοψήφιους ρυθμούς και οι διαφορές αποδόσεων μεταξύ των ελληνικών και των γερμανικών δεκαετών ομολόγων υποχώρησαν σε επίπεδο μεταξύ 10 και 50 μονάδων βάσης από 600 και πλέον μονάδες βάσης στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Όμως, τα χρόνια αυτά η Ελλάδα βάδιζε σε έναν επικίνδυνο δρόμο.

Την περίοδο αυτή συσσωρεύονταν δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες που διαμορφώνονταν σε μη διατηρήσιμα επίπεδα.

Το 2009 το δημοσιονομικό έλλειμμα είχε φθάσει το 15,5% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος είχε αυξηθεί σε σχεδόν 130% του ΑΕΠ. Επιπλέον, η ανταγωνιστικότητα κόστους της Ελλάδας είχε μειωθεί κατά 30%, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είχε κορυφωθεί στο 15% του ΑΕΠ το 2008.

Αυτές οι μεγάλες και αυξανόμενες ανισορροπίες θα έπρεπε να είχαν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στις χρηματοπιστωτικές αγορές, αλλά αυτό δεν έγινε για αρκετό καιρό.

Μετά την εκδήλωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι διαφορές αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων δεν ήταν ιδιαίτερα αυξημένες, εντούτοις η Τράπεζα της Ελλάδος ήδη από το 2008 προειδοποιούσε για τους κινδύνους τους οποίους εγκυμονούσαν τα δίδυμα ελλείμματα.

Η έναρξη της κρίσης

Οι κίνδυνοι αυτοί έγιναν εμφανείς για τις χρηματοπιστωτικές αγορές – με αρκετή καθυστέρηση – το φθινόπωρο του 2009, όταν έγινε γνωστό ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα για εκείνο το έτος θα ήταν πολύ υψηλότερο από ό,τι είχε προβλεφθεί.

Κατόπιν τούτου, οι διαφορές αποδόσεων των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου κατέγραψαν ραγδαία άνοδο και η χώρα αποκόπηκε από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Το Μάιο του 2010 η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε με το ΔΝΤ και τους εταίρους της χώρας στη ζώνη του ευρώ σε ένα πρόγραμμα προσαρμογής προκειμένου να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της.

Αυτό το πρόγραμμα προσαρμογής είχε δύο βασικούς άξονες.

α. τη δημοσιονομική προσαρμογή και

β. τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (μεταξύ των οποίων ιδιωτικοποιήσεις και μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής).

Η κυβέρνηση έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στον πρώτο άξονα και μικρότερη στον δεύτερο. Επιπλέον, η δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε περισσότερο σε αυξήσεις της φορολογίας παρά σε περικοπές των δαπανών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε επισημάνει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή θα πρέπει να στηρίζεται κατά το 1/3 σε αύξηση των εσόδων (κυρίως με διεύρυνση της φορολογικής βάσης) και κατά τα 2/3 σε περικοπή των δαπανών.Η δημοσιονομική προσαρμογή οδήγησε τελικά σε ύφεση βαθύτερη από ό,τι αναμενόταν, εν μέρει διότι βασίστηκε κυρίως σε αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών χωρίς να συνοδεύεται από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ενίσχυαν τις προοπτικές ανάπτυξης.

Έτσι η κρίση, που ξεκίνησε από το δημόσιο χρέος, μεταδόθηκε και στο τραπεζικό σύστημα.

Πριν εκδηλωθεί η κρίση χρέους, ο τραπεζικός τομέας είχε υγιή θεμελιώδη μεγέθη – υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, χαμηλούς λόγους δανείων προς καταθέσεις και σχεδόν μηδενική έκθεση σε τοξικά στοιχεία ενεργητικού όπως εκείνα που είχαν πυροδοτήσει την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007.

Το μέγεθος του τραπεζικού τομέα κατά την έναρξη της κρίσης ανερχόταν στο 200% του ΑΕΠ και ήταν πολύ μικρότερο από ό,τι σε κάποιες άλλες χώρες που αντιμετώπισαν κρίσεις.

Αντίθετα με ό,τι συνέβη σε άλλες χώρες, στην Ελλάδα η κρίση χρέους ήταν η αιτία που προκάλεσε την κρίση του τραπεζικού τομέα και όχι το αντίστροφο. Πώς έγινε αυτό;

Κατ’ αρχάς, μέσω του περιορισμού της ρευστότητας. Οι διαδοχικές υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που συμπαρέσυραν σε ανάλογες υποβαθμίσεις και των ελληνικών τραπεζών, απέκοψαν τις τράπεζες από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η αβεβαιότητα οδήγησε σε υψηλές εκροές καταθέσεων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα αναγκάστηκαν να προσφύγουν σε χρηματοδότηση από την κεντρική τράπεζα, αρχικά μέσω των πράξεων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, αλλά σταδιακά αργότερα, λόγω της έλλειψης αποδεκτών ενεχύρων, και μέσω του μηχανισμού έκτακτης παροχής ρευστότητας από την Τράπεζα της Ελλάδος, με υψηλότερο κόστος.

Ως απόρροια του προγράμματος αναδιάρθρωσης του χρέους με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (PSI) που πραγματοποιήθηκε πέρυσι, τα τραπεζικά ιδρύματα υπέστησαν τεράστιες ζημίες στα χαρτοφυλάκια ομολόγων που διακρατούσαν.

Παράλληλα, η ύφεση οδήγησε σε συνεχή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Έτσι, το πρόβλημα ρευστότητας έτεινε να εξελιχθεί σε πρόβλημα φερεγγυότητας.

Οι δίδυμες κρίσεις προξένησαν αρνητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του χρηματοπιστωτικού τομέα και της πραγματικής οικονομίας και εν τέλει γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης, η οποία επιδείνωσε τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος και επέτεινε τη συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Όμως, η συρρίκνωση του ΑΕΠ σήμαινε ότι μειωνόταν ο παρονομαστής του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ. Έτσι η δυναμική του χρέους επιδεινώθηκε και η κρίση έγινε αυτοτροφοδοτούμενη.

Πριν από ένα χρόνο, πολλοί προέβλεπαν ως αναπόφευκτη την έξοδο της Ελλάδος από το ευρώ, GREXIT όπως την αποκαλούσαν κοινώς οι αγορές.

Οι δυσμενείς εξελίξεις όμως είναι λίγο πολύ γνωστές. Το ερώτημα είναι, υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ;

 

Δημοσιονομική προσαρμογή

Η λέξη «κρίση» προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «κρίνω». Πιστεύω λοιπόν ότι οι ιστορικοί θα κρίνουν ότι η σημερινή κρίση είναι ένα ορόσημο για την ελληνική οικονομία.

Γιατί το πιστεύω αυτό; Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω.

Ας εξετάσουμε, εν πρώτοις, τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Από το 2009 έως το 2012 το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε κατά περίπου 9 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα ήταν 10,5% του ΑΕΠ το 2009. Προβλέπεται να μεταστραφεί σε μικρό πλεόνασμα εφέτος.

Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτές οι εξελίξεις σημειώθηκαν υπό συνθήκες συρρίκνωσης του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα οι στόχοι της δημοσιονομικής προσαρμογής να είναι κινούμενοι.

Η δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδος είναι από τις μεγαλύτερες που έχουν επιτευχθεί από οποιαδήποτε χώρα σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο.

Το 2013 και το 2014 πρόκειται να εφαρμοστούν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, που ισοδυναμούν με 11,5% του ΑΕΠ, και σε δύο χρόνια θα αυξήσουν το πρωτογενές πλεόνασμα στο 3% του ΑΕΠ.

Μετά από πολλές καθυστερήσεις, διαφαίνονται θετικές ενδείξεις και όσον αφορά την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και την υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων.

Τον περασμένο Νοέμβριο ανακοινώθηκαν από το Eurogroup περαιτέρω μέτρα που οδηγούν σε μείωση του χρέους, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα καταγράψει πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο η κυβέρνηση αναμένει να επιτύχει κατά το τρέχον έτος.

 

Εξωτερική προσαρμογή

 

Ας εξετάσουμε στη συνέχεια την εξωτερική προσαρμογή.

Όπως προανέφερα, τη δεκαετία 2001-2009 η Ελλάδα απώλεσε περίπου το 30% της ανταγωνιστικότητάς της ως προς το κόστος έναντι των κυριότερων εμπορικών εταίρων της. Αλλά από το 2010 μέχρι σήμερα περίπου το 80% αυτής της απώλειας έχει ήδη ανακτηθεί.

Έως το τέλος του τρέχοντος έτους θα έχει ανακτηθεί το σύνολο της απώλειας.

Η ανταγωνιστικότητα ενισχύεται και μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες αύξησαν την ευελιξία των αγορών εργασίας και προϊόντων.

Με αυτές τις βελτιώσεις της ανταγωνιστικότητας παρατηρείται τώρα τάση εξισορρόπησης της ελληνικής οικονομίας. Η συμβολή των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ έχει ανέλθει από 18% το 2009 σε 25% το 2012. Και θα συνεχίσει να αυξάνεται.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, που είχε φθάσει στο 15% του ΑΕΠ το 2008, υποχώρησε κάτω του 3,5% πέρυσι και θα συνεχίσει να μειώνεται.

 

Η στρατηγική για τον τραπεζικό τομέα

Ας περάσουμε τώρα στον τραπεζικό τομέα. Όπως ανέφερα ήδη, το αρχικό πρόβλημα ρευστότητας στον τραπεζικό τομέα απείλησε να εξελιχθεί σε πρόβλημα φερεγγυότητας.

Χρειάστηκε να παρέμβουμε για να διαφυλάξουμε τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το πρώτο βήμα ήταν να υπολογίσουμε τα αναγκαία κεφάλαια για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Ο προσδιορισμός των ζημιών των χαρτοφυλακίων κρατικών ομολόγων ήταν αρκετά απλός. Πιο δύσκολο ήταν να υπολογιστούν, σε συντηρητική βάση, όλες οι πιθανές ζημίες των χαρτοφυλακίων δανείων των ελληνικών τραπεζών για τα επόμενα έτη. Το έργο αυτό ανέθεσε η Τράπεζα της Ελλάδος στην εταιρία BlackRock Solutions.

Αφού η BlackRock ολοκλήρωσε το έργο που της είχε ανατεθεί, είχαμε στη διάθεσή μας όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον ακριβή υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών.

Το δεύτερο σκέλος της στρατηγικής μας ήταν να αξιολογήσουμε ποιες τράπεζες πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να ανακεφαλαιοποιηθούν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, με τη συνδρομή της διεθνούς εταιρίας Bain, διενήργησε την “αξιολόγηση βιωσιμότητας” των τραπεζών.

Με βάση την “αξιολόγηση βιωσιμότητας”, οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες, καλούμενες πλέον “συστημικές τράπεζες”, κρίθηκε ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για να ανακεφαλαιοποιηθούν με κεφάλαια του δημόσιου τομέα. Οι τράπεζες αυτές έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να αποπληρώσουν τα κεφάλαια αυτά μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Το συνολικό ποσό που έχει διατεθεί στο πλαίσιο του προγράμματος προσαρμογής για την αναδιάρθωρση του τραπεζικού συστήματος είναι 50 δισεκ. ευρώ.

Κατά την έναρξη της άσκησης βρίσκονταν σε λειτουργία 17 τράπεζες: τέσσερις συστημικές τράπεζες και δεκατρείς μη συστημικές τράπεζες. Μέχρι σήμερα, το πλαίσιο εξυγίανσης έχει χρησιμοποιηθεί για την εξυγίανση οκτώ τραπεζών (πέντε εμπορικών τραπεζών και τριών συνεταιριστικών)

Στις συστημικές τράπεζες ολοκληρώθηκαν όλες οι σχετικές με τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου γενικές συνελεύσεις και έχει ξεκινήσει η διαδικασία άντλησης των αναγκαίων κεφαλαίων που προσδιορίστηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος. Σύντομα το τραπεζικό σύστημα θα αποτελείται από τέσσερις επαρκώς κεφαλαιοποιημένες συστημικές τράπεζες και λίγες μη συστημικές τράπεζες. Έτσι, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα γίνεται πιο συμπαγές και πιο αποδοτικό και θα αξιοποιηθούν οι συνέργειες και οι οικονομίες κλίμακας. Ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο και αποκτά ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια.

 

Άλλες εξελίξεις

Η πρόσφατη πρόοδος της Ελλάδας όσον αφορά την αναδιάρθρωση της οικονομίας της αντανακλά, σε μεγάλο βαθμό, την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να υλοποιήσει το πρόγραμμα προσαρμογής. Η κυβέρνηση κατέστησε σαφές ότι το μέλλον της Ελλάδος βρίσκεται στη ζώνη του ευρώ. Τα οφέλη από την προσαρμογή που επιτεύχθηκε στη χώρα μας εκτείνονται όμως και πέρα από τη βελτίωση της αξιοπιστίας και της ανταγωνιστικότητας που επιτυγχάνεται μέσω της μείωσης των μακροοικονομικών ανισορροπιών.

Χάρη στην προσαρμογή η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να λαμβάνει χρηματοδοτική στήριξη από τους επίσημους δανειστές, έτσι ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει τη διαδικασία αναδιάρθρωσης της οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος. Το τραπεζικό σύστημα, μετά την ανακεφαλαιοποίηση και την αναδιάρθρωσή του, θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί και πάλι στο ρόλο του, παρέχοντας χρηματοδότηση για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας.

 

H αντίδραση της ζώνης του ευρώ στην κρίση

Ας δούμε τώρα τη ζώνη του ευρώ ως σύνολο. Υπάρχουν δύο σημαντικοί παράγοντες που θα συμβάλουν στην ισχυροποίηση της ζώνης του ευρώ και της νομισματικής ένωσης.

Πρώτον, παράλληλα με τη σημαντική αναδιάρθρωση που συνετελείται στην ελληνική οικονομία, ανάλογες διεργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη και σε άλλες περιφερειακές χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης. Δεύτερον, συνεχίζονται οι προσπάθειες ώστε η ζώνη του ευρώ να γίνει μια πληρέστερη νομισματική ένωση που θα διαθέτει: ισχυρή οικονομική διακυβέρνηση, διαδικασίες για την πρόληψη της εκδήλωσης μακροοικονομικών ανισορροπιών, ισχυρούς προστατευτικούς μηχανισμούς (backstop) και πρωτοβουλίες -- όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και οι Οριστικές Νομισματικές Συναλλαγές (Outright Monetary Transactions - OMT) της ΕΚΤ -- και συγκεκριμένα βήματα για τη δημιουργία τραπεζικής ένωσης. 

Από την κορύφωση της κρίσης τον περασμένο Ιούνιο:οι τιμές των μετοχών έχουν υπερδιπλασιαστεί, οι διαφορές αποδόσεων των ομολόγων έχουν μειωθεί κατά 2.500 μονάδες βάσης και πλέον, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα έχουν αυξηθεί κατά 12% περίπου. Τα τραπεζογραμμάτια που είχαν αποθησαυριστεί -- βασική ένδειξη της ανασφάλειας που επικρατούσε -- επιστρέφουν σταδιακά στο τραπεζικό σύστημα. Η εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από τη χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα έχει μειωθεί σχεδόν κατά 35%. Καθώς η αναμόρφωση της ελληνικής οικονομίας συνεχίζεται, εκτιμώ ότι η χώρα θα επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης από το 2014.

Θα ολοκληρώσω λέγοντας ότι, παρά τις προβλέψεις περί του αντιθέτου, η Ελλάδα δεν βγήκε από τη ζώνη του ευρώ. Αντίθετα, είδα πρόσφατα στη θέση της λέξης GREXIT τη λέξη GRECOVERY. Ως συνήθως, οι αγορές έχουν δίκιο, αλλά με λίγη καθυστέρηση!