Τα κράτη της ΕΕ εξετάζουν τη δραστική περικοπή, σε σύγκριση με την αρχική τους πρόταση, του σχεδιαζόμενου φόρου χρηματοοικονομικών συναλλαγών, ή φόρου Τομπιν, επιβάλοντας μία πολύ μικρή επιβάρυνση στις αγοραπωλησίες μετοχών και αφήνοντας για αργότερα την επέκτασή της σε άλλα προϊόντα, σύμφωνα με το Reuters.

Η πρόταση των Ευρωπαίων πολιτικών για την επιβολή του φόρου επί των συναλλαγών ουσιαστικά επανέφερε την από 40 ετών ιδέα του Αμερικανού οικονομολόγου James Tobin και σε συμβολικό επίπεδο δήλωνε την αποφασιστικότητα των Ευρωπαίων πολιτικών να αναγκάσουν τις τράπεζες να πληρώσουν για την κρίση που αυτές προκάλεσαν.

Αξιωματούχοι των Βρυξελλών ανέμεναν αρχικά έσοδα ύψους 35 δισ. ευρώ ετησίως από τον φόρο επί των συναλλαγών. 

Ο συντελεστής τώρα θα μειωθεί στο 0,01% από 0,1% στο αρχικό σχέδιο. Θα επιβληθεί δε σταδιακά και όχι από το 2014 όπως προβλεπόταν σε μετοχές, ομόλογα και παράγωγα.

Το 2014 θα επιβαρυνθούν οι συναλλαγές επί μετοχών και μετά από δύο έτη οι συναλλαγές επί των ομολόγων, αποφέροντας μόλις 3,5 δισ. ευρώ, είπε ένας από τους αξιωματούχους. 

Αν και δεν έχει υποβληθε, ακόμα καμία επίσημη πρόταση,αναφέρει το Reuters η όποια αναθεώρηση θα αποτελέσει σημαντική νίκη των τραπεζών που άσκησαν αφόρητη πίεση για να αλλάξει το σχέδιο, σκοπός του οποίου ήταν να επωμιστούν και αυτές μέρος του κόστους της κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση, τονίζει το Reuters, η κίνηση αυτή αντικατοπτρίζει σημαντικά πρακτικά προβλήματα στην συλλογή του φόρου, αλλά και την πολιτική διάσταση που υπάρχει για το θέμα. 

Το Λονδίνο έχει ήδη προσφύγει στη δικαιοσύνη, ενώ σε ορισμένες χώρες της ευρωζώνης υπάρχει έντονη ανησυχία για την στήριξη της κίνησης.

Ο επανασχεδιασμός του φόρου θα αποφέρει μόλις το ένα δέκατο των εσόδων από ό,τι είχε αρχικά σχεδιαστεί, είπαν αξιωματούχοι που εργάστηκαν για την υλοποίησή του.

«Η όλη προσπάθεια θα πρέπει να αλλάξει σημαντικά», είπε ένας από τους αξιωματούχους, που παρακολουθεί στενά τις διαπραγματεύσεις για τον φόρο, που συμφωνήθηκε πέρυσι τον Οκτώβριο και σχεδιάστηκε ως κείμενο από την Κομισιόν.