Νέο mea culpa από το ΔΝΤ. «Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι Ευρωπαίοι έχασαν χρόνο στην οικονομική διάσωση της Ελλάδας, αρνούμενοι να μειώσουν από το 2010 το βάρος του χρέους της», παραδέχτηκε ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ, σε συνέντευξη που μεταδόθηκε σήμερα από το γαλλικό κρατικό ραδιόφωνο France Inter.

«Πράγματι, δεν ήταν ιδανικά τα πράγματα … χάσαμε πιθανώς χρόνο», σημείωσε ο Γάλλος οικονομολόγος, όταν ρωτήθηκε σχετικά με το «λάθος» που ανακοίνωσε το ίδρυμά του.

«Φυσικά, θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι να επαναδιαπραγματευθούμε το χρέος στην αρχή, για να δώσουμε περισσότερο χρόνο στην Ελλάδα, έτσι ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει πιο εύκολα, αλλά στο ευρωπαϊκό πλαίσιο της εποχής εκείνης, οι συνθήκες δεν ήταν έτοιμες», τόνισε.

Το ΔΝΤ, είχε συστήσει τότε μια αναδιάρθρωση, δηλαδή μια μείωση του βάρους του ελληνικού χρέους, αλλά οι Ευρωπαίοι ήταν εντελώς αντίθετοι, φοβούμενοι τη μετάδοση των προβλημάτων και σε άλλες χώρες.

Η λύση αυτή τελικά εφαρμόστηκε ένα χρόνο αργότερα, όχι όμως με αποφασιστικό τρόπο, λέει ο Μπλανσάρ. «Το χρέος εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό», και αυτό έχει επιπτώσεις και σήμερα, οι επενδυτές εξακολουθούν να είναι απρόθυμοι να δανείσουν στην Ελλάδα, υπογράμμισε.

«Η επίδραση ενός βαρέως χρέους, επιβραδύνει την επιστροφή της Ελλάδας σε μια αποδεκτή ισορροπία», προειδοποίησε υπογραμμίζοντας ότι το κύριο δίδαγμα είναι ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε πάντα την πραγματικότητα.

«Όταν μια χώρα έχει ένα βάρος από μη βιώσιμο χρέος, θα πρέπει να αποδεχθεί την πραγματικότητα και να μειώσει το βάρος του χρέους», εκτίμησε.

Αναφερόμενος στην υποτίμηση από το ΔΝΤ των επιπτώσεων των μέτρων λιτότητας στην ανάπτυξη ο Μπλανσάρ παραδέχτηκε ότι ήταν λάθος εκτίμησης.

«Δεν υπάρχει κάποιο δόγμα, βασιζόμαστε στη θεωρία, σε αυτό που συνέβη σε πολλές χώρες προηγουμένως, και μερικές φορές κάνουμε λάθος», τόνισε.

«Κάναμε ότι καλύτερό αυτή τη χρονική περίοδο» αλλά το ΔΝΤ δεν εφαρμόζει ένα δόγμα, επέδειξε «πραγματισμό μπροστά σε μια τρομερά πολύπλοκη πραγματικότητα», πρόσθεσε.

Ο Μπλανσάρ απέδωσε τελικά την καθυστέρηση της ανάπτυξης στην Ευρώπη, στο έλλειμμα εμπιστοσύνης που επηρεάζει την γηραιά ήπειρο, και ιδίως τη Γαλλία, η οποία παρόλα αυτά «δεν τα πάει και πολύ άσχημα».