Με μετρητά και όχι με ακίνητα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η αύξηση κεφαλαίου της Εθνικής, καθώς αυτό προβλεπόταν σε βασικό όρο των νομοθετικών κειμένων και της Σύμβασης Προεγγραφής ενημέρωσε σήμερα τη Βουλή η Εθνική Τράπεζα εγγράφως. Το έγγραφο της ΕΤΕ διαβιβάστηκε μετά από ερώτηση δύο ανεξάρτητων βουλευτών, των Γ. Κουράκου και Ν. Σταυρογιάννη, σχετική με πρόταση του μητροπολίτη Σύρου Δωροθέου περί συμμετοχής της Εκκλησίας της Ελλάδος στην αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου της Εθνικής Τράπεζας, με τη συνεισφορά της ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας, για την απόκτηση πλειοψηφικού πακέτου μετοχών.

 Τυχόν υπολειπόμενο ποσό για την κάλυψη του υπολογισθέντος ποσού κεφαλαιακών αναγκών, αναφέρεται επίσης, καταβάλλεται από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με εισφορά ομολογιών εκδόσεων ΕΤΧΣ», αναφέρεται στο έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας.

Σε απάντηση της ερώτησης, διαβιβάστηκαν στη Βουλή δύο έγγραφα, ένα του υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα και ένα της Εθνικής Τράπεζας.

Ο υπουργός Οικονομικών ξεκαθαρίζει ότι «το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής Τράπεζας θέτει περιορισμούς ως προς το υλοποιήσιμο της πρότασης του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου» και ότι «με τη διαδικασία που έχει καθοριστεί από τον Ν. 3864/2010 για τη χορήγηση κεφαλαιακής ενίσχυσης προς τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν γίνεται πρόβλεψη συμμετοχής με εισφορά ακινήτων περιουσιακών στοιχείων». Αντίστοιχη είναι και η θέση της Εθνικής Τράπεζας.

Επισημαίνει μάλιστα  ότι στο πλαίσιο εφαρμογής του Προγράμματος Ανακεφαλαιοποίησης και της Σύμβασης Προεγγραφής, η Τράπεζα έχει ήδη λάβει από το ΤΧΣ ομολογίες έκδοσης ΕΤΧΣ συνολικής ονομαστικής αξίας 7.430 εκατομμυρίων ευρώ και 2.326 εκατομμυρίων ευρώ, την 28η Μαΐου και την 21η Δεκεμβρίου 2012, αντίστοιχα, ως προκαταβολή συμμετοχής του ΤΧΣ στην ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας.

«Ενόψει των ανωτέρω, δυστυχώς, παρά τη μακρόχρονη αγαστή συνεργασία του πιστωτικού ιδρύματος μας με την Εκκλησία της Ελλάδος και τους εποπτευόμενους από αυτήν φορείς, τόσο υπό την ιδιότητά τους ως Μετόχων όσο και ως πελατών της Τράπεζας, συνάγεται ότι η σημαντική πρόταση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σύρου κ. Δωρόθεου για την Εθνική Τράπεζα, και τα αδιαμφισβήτητα οφέλη που η υλοποίησή της θα μπορούσε να επιφέρει για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί λόγω του ανελαστικού θεσμικού πλαισίου για την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών πιστωτικών ιδρυμάτων», αναφέρει η ΕΤΕ και προσθέτει ότι «το υφιστάμενο πλαίσιο και η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων για συμμόρφωση με το πλαίσιο αυτό, δεν επιτρέπουν την κάλυψη της αύξησης με εισφορά ακινήτων, ούτε τη χρηματοδότηση ενδιαφερομένων από την ΕΤΕ με εξασφάλιση ακίνητης περιουσίας τους, προκειμένου να συμμετάσχουν στην υλοποιούμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής Τράπεζας».

Όπως όμως καταλήγει το έγγραφο, «κατά τα λοιπά, σας γνωρίζουμε την εδραιωμένη πεποίθηση της Τράπεζας ότι θα καταστεί εφικτή η συγκέντρωση της απαιτούμενης κατά νόμο, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται με τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης, ιδιωτικής συμμετοχής, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών (υπολογιζόμενη κατ΄ ελάχιστον σε 800 εκατομμύρια ευρώ), προκειμένου η Εθνική Τράπεζα να διατηρήσει την ανεξαρτησία και πολυμετοχικότητά της, προσηλωμένη στην εκπλήρωση του αναπτυξιακού εθνικού ρόλου που επί 172 χρόνια ακατάπαυτα υπηρετεί».

 Για την «εδραιωμένη πεποίθησή της ότι θα καταστεί εφικτή η συγκέντρωση της απαιτούμενης ιδιωτικής συμμετοχής στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών (υπολογιζόμενη κατ΄ ελάχιστον σε 800 εκατομμύρια ευρώ) προκειμένου να διατηρήσει την ανεξαρτησία της και την πολυμετοχικότητα της», ενημερώνει η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας τη Βουλή.

Η Εθνική Τράπεζα στο έγγραφό της αναφέρεται στην απόφαση αύξησης μετοχικού κεφαλαίου και τονίζει ότι η απόφαση αυτή κατέστη επιβεβλημένη από τη συμμετοχή τής Τράπεζας στο PSI. Οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης της Εθνικής προσδιορίστηκαν τον Μάιο του 2012 από την Τράπεζα της Ελλάδος σε περίπου 9,8 δισ. ευρώ και όπως σπεύδει να επισημάνει η ΕΤΕ, «ενώ οι ζημίες της Τράπεζας από τα Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ανήλθαν σε 11,7 δισ. ευρώ, οι ανάγκες για ανακεφαλαιοποίηση υπολογίστηκαν μικρότερες κατά περίπου 2 δισ. ευρώ, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες, αποδεικνύοντας τη συνετή διαχείριση και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της Εθνικής Τράπεζας».

Ως προς την πρόταση για τη συνεισφορά της Εκκλησίας, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τονίζει ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου γίνεται κατά τους όρους και τους περιορισμούς που η οικεία ειδική νομοθεσία και η Σύμβαση Προεγγραφής προβλέπουν.