Ενισχυμένες ενδείξεις εξισορρόπησης της ελληνικής οικονομίας, εντοπίζει τους τελευταίους μήνες, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), κ. Γ. Προβόπουλος, κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, όπου συζητείται η Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2012-2013. Όπως διαμηνύεται από την ΤτΕ, οι προκλήσεις παραμένουν, η ύφεση της παραγωγής και η ανεργία καθίστανται «εχθροί» της ανάκαμψης, η οποία αναμένεται να επέλθει το 2014, υπό τις προϋποθέσεις ότι θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και πως θα δρομολογηθούν άμεσα οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Συνοψίζοντας τις ενδείξεις σταθεροποίησης, ο κ. Προβόπουλος επεσήμανε τα εξής:

Πρώτον, ο κίνδυνος εξόδου της Ελλάδος από τη ζώνη του ευρώ έχει απομακρυνθεί, όπως αναγνωρίζουν το σύνολο των αναλυτών και οι διεθνείς οργανισμοί.

Δεύτερον, αποκαθίσταται σταδιακά η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της οικονομίας, όπως προκύπτει από τη ραγδαία αποκλιμάκωση της διαφοράς αποδόσεων μεταξύ του ελληνικού και του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου.

Τρίτον, τα δίδυμα ελλείμματα, το δημοσιονομικό και το εξωτερικό, έχουν περιοριστεί σημαντικά: Η δημοσιονομική προσαρμογή έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο και φαίνεται ότι το 2013 μπορεί να επιτύχει τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος, ενώ είναι ουσιαστική και η βελτίωση του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών.

Tέταρτον, η πορεία εφαρμογής του προγράμματος σταθεροποίησης εκτιμάται ως ικανοποιητική και η εισροή κεφαλαίων που προβλέπονται από τη δανειακή σύμβαση συνεχίζεται απρόσκοπτα.

Τέλος, το τραπεζικό σύστημα αποδείχθηκε ανθεκτικό στη μεγάλη κρίση και σήμερα βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάταξης. «Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο βήμα για τη σταδιακή αποκατάσταση ομαλών χρηματοδοτικών συνθηκών στην πραγματική οικονομία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος προστατεύθηκε από τον κίνδυνο διάχυσης της κυπριακής κρίσης και στην Ελλάδα. Έτσι, η έξαρση της αβεβαιότητας που προκάλεσαν οι εξελίξεις στην Κύπρο αποδείχθηκε πρόσκαιρη και γρήγορα ανακόπηκε η τάση εκροής καταθέσεων που παρατηρήθηκε τον Απρίλιο», σημείωσε.

Οι ενδείξεις αυτές είναι αναμφισβήτητα θετικές και, αν συνεχιστούν, προοιωνίζονται βελτίωση και στην πραγματική οικονομία, κατά τον κ. Προβόπουλος ο οποίος επεσήμανε και τις προκλήσεις που εξακολουθούν να απειλούν την ελληνική οικονομία. «Ωστόσο, συνεχίζεται η ύφεση της παραγωγικής δραστηριότητας και η διόγκωση της ανεργίας», σημείωσε.

«Σε όρους παραγωγής, απασχόλησης και διαθέσιμου εισοδήματος το τίμημα της προσαρμογής υπήρξε βαρύ, καθώς μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έπρεπε να αντιμετωπιστούν συσσωρευμένα χρόνια προβλήματα και να θεραπευθούν ανισορροπίες που οδηγούσαν, αν δεν ελέγχονταν, με βεβαιότητα σε χρεοκοπία και έξοδο από το ευρώ. Η πορεία προς τη χρεοκοπία αποφεύχθηκε τελικώς χάρη στη σοβαρή πρόοδο της δημοσιονομικής προσαρμογής, που επέτρεψε τη συνέχιση της οικονομικής συνδρομής των εταίρων. Το εύρος ωστόσο και η διάρκεια της ύφεσης θα μπορούσαν να περιοριστούν αν είχαν προωθηθεί με μεγαλύτερo ζήλο οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του κράτους και των αγορών».

Ανάκαμψη υπό προϋποθέσεις το 2014

Η οικονομία, κατά τον κ. Προβόπουλο, θα ανακάμψει το 2014 με προϋπόθεση την πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την επίσπευση των διαρθρωρτικών μεταρρυθμίσεων.

«Αν συνεπώς επισπευσθεί τώρα η πραγματοποίηση αυτών των μεταρρυθμίσεων και παγιωθεί το κλίμα εμπιστοσύνης, μπορεί βάσιμα να προβλεφθεί ότι σύντομα τα αποτελέσματα θα γίνουν ορατά και στην πραγματική οικονομία. Προϋπόθεση για την ανάκαμψη είναι η συνέχιση της εφαρμογής του προγράμματος σταθεροποίησης, χωρίς χαλάρωση και αποκλίσεις», σημείωσε ο κ. Προβόπουλος.

Σύμφωνα με την Έκθεση της ΤτΕ, το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει με ρυθμό κοντά στο 4,6% φέτος και η ανεργία να σταθεροποιηθεί γύρω στο 28%. Εκτιμάται ότι η οικονομία θα εισέλθει σε τροχιά θετικών ρυθμών ανάπτυξης από το 2014, ενώ η ανεργία θα αρχίσει να αποκλιμακώνεται από το 2015.

Ο πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί γύρω στο -0,3% το 2013 και ο πυρήνας του πληθωρισμού στο -1,1%. Παράλληλα, εκτιμάται ότι το 2013 θα υπάρξει υπερανάκτηση της απολεσθείσας ανταγωνιστικότητας την περίοδο 2001-2009.

Τέλος, οι υπάρχουσες ενδείξεις για την εξέλιξη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών κατά το 2013 προοιωνίζονται περαιτέρω περιορισμό του σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ, ενώ το 2014 το ποσοστό αυτό θα κυμανθεί περί το 2%.

Το τραπεζικό σύστημα αποδείχθηκε ανθεκτικό στην κρίση

Σύμφωνα με τον κ. Προβόπουλο, μέχρι πρόσφατα ο τραπεζικός τομέας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα όσον αφορά τη ρευστότητα, την ποιότητα χαρτοφυλακίου δανείων και την κεφαλαιακή του επάρκεια. «Τα προβλήματα αυτά σταδιακά αμβλύνονται. Είναι εξάλλου σημαντικό ότι, παρά τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, οι ενέργειες της Πολιτείας και της Τράπεζας της Ελλάδος συνέχισαν να διασφαλίζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα των καταθέσεων του κοινού».

Αυτό επιβεβαιώθηκε και πρόσφατα, συνέχισε, όταν από τα τέλη Μαρτίου οι ελληνικές τράπεζες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις αρνητικές επιδράσεις των εξελίξεων στην Κύπρο. «Με ταχείς και αποτελεσματικούς χειρισμούς των ελληνικών αρχών ελαχιστοποιήθηκε η μετάδοση των κραδασμών από το κυπριακό στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς εξαιρέθηκαν πλήρως οι εν Ελλάδι καταθέτες από τις επιπτώσεις που υπέστησαν οι καταθέτες στην Κύπρο. Συνεχίστηκε, εξάλλου, ομαλά η εξυπηρέτηση των πελατών των πρώην κυπριακών υποκαταστημάτων στην Ελλάδα μέσω της εξαγοράς τους από την εγχώρια τράπεζα. Εκμηδενίστηκαν έτσι εν τη γενέσει τους οι πιθανότητες μετάδοσης της κρίσης από το κυπριακό στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα».


Η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης βαίνει προς ολοκλήρωση εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος.

«Η ανακεφαλαιοποίηση θα αποτελέσει αφετηρία για την ανασύνταξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος με βάση μια συνολική στρατηγική. Ένας σημαντικός αριθμός εξαγορών και συγχωνεύσεων έχει ήδη ολοκληρωθεί, ενώ στις διαδικασίες αναδιάταξης του τραπεζικού συστήματος συνέβαλαν και οι εξυγιάνσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν χωρίς να διαταράξουν τη σταθερότητα της αγοράς και με πλήρη προστασία όλων των καταθετών».

Τους επόμενους μήνες το τραπεζικό σύστημα θα αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις: Έχοντας ισχυρή κεφαλαιακή βάση, οι τράπεζες θα κληθούν να διαχειριστούν τις νέες τους δομές με στόχο την επίτευξη των μεγαλύτερων δυνατών συνεργειών, στο πλαίσιο μάλιστα και των σχεδίων αναδιάρθρωσης, τα οποία θα πρέπει να υποβάλλουν προς αξιολόγηση στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Παράλληλα, θα πρέπει να προετοιμάζονται και για την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2013.

Επίσης, έμφαση θα δοθεί στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των τραπεζικών δανείων σε καθυστέρηση. Η επιστροφή καταθέσεων, η μείωση του κόστους αναχρηματοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς επίσης και η ολοκλήρωση της αναμόρφωσης του τραπεζικού συστήματος και η κεφαλαιακή του ενίσχυση (οι οποίες αποτελούν κομβικής σημασίας διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις), συμβάλλουν αποφασιστικά στη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας και συνιστούν προϋποθέσεις για ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος θα συνεχίσει να ενεργεί με γνώμονα τη διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, την προστασία των καταθετών και τη δημιουργία ενός μακροχρόνια βιώσιμου και ισχυρά κεφαλαιοποιημένου τραπεζικού συστήματος, το οποίο είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας.

Αβεβαιότητες και κίνδυνοι εξακολουθούν να υπάρχουν

Οι ενθαρρυντικές αυτές εξελίξεις δεν αφήνουν ωστόσο περιθώρια εφησυχασμού, σύμφωνα με τον Διοικητή, καθώς οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν θα μπορούσαν να θέσουν υπό αίρεση την παγίωση της σταθεροποίησης και την πρόβλεψη για ανάκαμψη της οικονομίας:

• Παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί σε πολλούς τομείς, η λειτουργία του κράτους παραμένει αδύναμη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να μετριάσουν την ένταση της ύφεσης.

• Η μεγάλη σε διάρκεια και ένταση ύφεση και η έλλειψη ρευστότητας μπορεί να αυξήσουν τον αριθμό των ―βιώσιμων κατά βάση― επιχειρήσεων που αναγκάζονται να διακόψουν τη λειτουργία τους.

Πολιτικές για την επίσπευση της ανάκαμψης

Όπως επισημαίνεται, εκτός των άλλων, το κλίμα πάντως σήμερα είναι πιο θετικό για να προχωρήσουν με ταχύτερους ρυθμούς πολιτικές που θα διασφαλίσουν ότι οι βελτιωμένες προσδοκίες θα μεταφερθούν στην πραγματική οικονομία.

Συγκεκριμένα απαιτείται:

Πρώτον, να συνεχιστεί με απόλυτη συνέπεια η εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Πρώτη επιδίωξη είναι η δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος μέσα στο 2013. «Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων αφενός ενισχύει την εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία και αφετέρου αποκλείει τη λήψη νέων οριζόντιων μέτρων. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι η μεγάλη πρόοδος που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα στον τομέα της δημοσιονομικής προσαρμογής ήταν ο κύριος λόγος που επέτρεψε τη συνέχιση της χρηματοδοτικής στήριξης της ελληνικής οικονομίας».

Δεύτερον, να επιταχυνθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ιδιαίτερα στο δημόσιο τομέα με κύριες αιχμές:

α) Την ολοκλήρωση του σχεδίου για τη φορολογική μεταρρύθμιση, η οποία θα πρέπει να δημιουργήσει προϋποθέσεις μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης των ήδη φορολογουμένων. Αυτό προαπαιτεί διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

β) Τη βελτίωση της λειτουργίας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού για να ενισχυθούν τα δημόσια έσοδα.

Τρίτον, να προχωρήσει με πιο αποφασιστικά βήματα και ταχύτερους ρυθμούς η υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, με πρωταρχικό κριτήριο τις δυνατότητες κάθε συγκεκριμένης αποκρατικοποίησης να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και να συμβάλει στην αλλαγή του παραγωγικού προτύπου της οικονομίας.

Τέταρτον, να αντιμετωπιστεί άμεσα η ανεργία μεταξύ άλλων και με την ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών στην αγορά εργασίας. Αυτό μπορεί να γίνει με την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων για την κοινωνική συνοχή.

Πέμπτον, να ολοκληρωθεί στην πράξη η ασφαλιστική μεταρρύθμιση με την αξιοποίηση της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ασφάλισης, που, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να συμβάλει στην αναπλήρωση των απωλειών στις κύριες συντάξεις. Αυτό απαιτεί άρση των εμποδίων και αγκυλώσεων που υπάρχουν σήμερα.

Έκτον, να ενισχυθεί σε βραχυχρόνια βάση η ρευστότητα με την ταχύτερη προώθηση πολιτικών, που αφορούν:

(α) στην εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και

(β) στην αξιοποίηση πόρων του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων και την επανεκκίνηση των έργων υποδομών.

Κομβική σημασία για την αποκατάσταση ομαλών συνθηκών ρευστότητας θα έχει εξάλλου η ισχυροποίηση του τραπεζικού κλάδου, η οποία, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, θα επιτρέψει την πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας και την αύξηση τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης για τραπεζική χρηματοδότηση.

Σε μακροχρόνια βάση, ωστόσο, και με δεδομένο ότι οι εγχώριες αποταμιεύσεις δεν επαρκούν για να χρηματοδοτήσουν, μέσω τραπεζικού δανεισμού, την ανάπτυξη, είναι σκόπιμο να διερευνηθούν και να αξιοποιηθούν εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης της οικονομίας, συμπληρωματικοί του τραπεζικού δανεισμού και των κοινοτικών πόρων. Στο πλαίσιο αυτό, η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων μέσω ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της αγοράς εταιρικών ομολόγων, καθώς θα βελτιώνονται οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και των ελληνικών επιχειρήσεων, καθίστανται επιτακτικά αναγκαίες.