Έχοντας το πλεονέκτημα της υγιούς δημοσιονομικής της κατάστασης, η Γερμανία δέχεται πιέσεις να λάβει μέτρα για την τόνωση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης και αρχίζει να φαίνεται ότι η συντηρητική καγκελάριος, η οποία διεκδικεί τρίτη πρωθυπουργική θητεία στις εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου, προχωρά με μικρά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση.

Το κάνει, αλλά με τους ρυθμούς της, λέει ο Ζιλ Μεκ, επικεφαλής των ευρωπαϊκών οικονομικών μελετών της Deutsche Bank. "Βλέπουμε μία ελαφρά κίνηση της γερμανικής κυβέρνησης προς μία ελαφρώς πιο γενναιόδωρη δημοσιονομική πολιτική", διαπιστώνει ο οικονομολόγος. 

Η Άνγκελα Μέρκελ ανακοίνωσε χθες ένα πρόγραμμα επενδύσεων ύψους 25 δισεκατομμυρίων ευρώ για οδικά έργα και σειρά κοινωνικών δαπανών: αύξηση των οικογενειακών επιδομάτων, αύξηση των συντάξεων των μητέρων, φορολογικές ελαφρύνσεις για τα ζευγάρια με παιδιά... επιδιώκει επίσης την εισαγωγή κατώτατου μισθού σε μία χώρα όπου ο θεσμός δεν υφίσταται μέχρι στιγμής. 

Τη στιγμή που οι ανισότητες ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς έχουν ενισχυθεί στη Γερμανία κατά τα δέκα τελευταία χρόνια, η ανάπτυξη και η κοινωνική δικαιοσύνη έχουν καταλάβει κεντρική θέση στο πρόγραμμα των γερμανών συντηρητικών, οι οποίοι , σύμφωνα με τον Ζιλ Μεκ επιδιώκουν να αυξήσουν το προβάδισμα απέναντι στους σοσιαλδημοκράτες ελπίζοντας σε μία εκλογική νίκη που θα τους επιτρέψει να διατηρήσουν την εξουσία σε συνεργασία με τους Ελεύθερους Δημοκράτες. 

Ωστόσο, σύμφωνα με το στέλεχος της Deutsche Bank, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν επιβεβαιώνουν μία πολιτική μετακίνηση. 

Τους τελευταίους μήνες οι δημόσιες δαπάνες και η κατανάλωση των νοικοκυριών ήταν οι δύο μοναδικοί κινητήριοι μοχλοί της γερμανικής ανάπτυξης, επιτρέποντάς της να παραμείνει μόλις πάνω από το μηδέν, ενώ οι εξαγωγές βρίσκονταν σε υποχώρηση. 

Υπάρχει μία άμβλυνση στη στάση της κ. Μέρκελ εδώ και έναν χρόνο, διαπιστώνει ο Ζιλ Μεκ. "Πιστεύω ότι η Γερμανία ποντάρει στη τόνωση της εσωτερικής ζήτησης... υπάρχει μία τάση για μία νέα ισορροπία του μέχρι σήμερα βασισμένου στις εξαγωγές γερμανικού μοντέλου", διότι έχει δεχθεί πλήγμα. 

"Το προεκλογικό πρόγραμμα της κ. Μέρκελ έχει μία κεϋνσιανή πινελιά", παραδέχεται ο Πέτερ Μπόφινγκερ, ο μόνος οικονομολόγος της επιτροπής των "πέντε σοφών" της γερμανικής κυβέρνησης που πρόσκειται στην αριστερά. 

Ο Πέτερ Μπόφινγκερ διαπιστώνει ότι "η πολιτική της κ. Μέρκελ λαμβάνει περισσότερο σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα" και δεν θεωρεί ότι αυτό έρχεται σε αντίφαση με τη λυσσώδη υπεράσπιση της δημοσιονομικής λιτότητας απέναντι τους ευρωπαίους εταίρους της Γερμανίας. 

"Η Γερμανία έχει περισσότερα περιθώρια ελιγμών για μία αναπτυξιακή πολιτική από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι η φυσική υποψήφια για την εισαγωγή αναπτυξιακών πρωτοβουλιών", λέει ο Πέτερ Μπόφινγκερ, αν και θεωρεί ότι είναι ακόμη διστακτικές. 

"Η ευρωζώνη στο σύνολό της έχει ανάγκη από ένα κεϋνσιανό πρόγραμμα ανάπτυξης, διότι πλήττεται από ύφεση που πλέον έχει φθάσει στην καρδιά της: Γαλλία, Ολλανδία, Φινλανδία. Καθώς έχει μικρότερο δημοσιονομικό χρέος από τις ΗΠΑ, έχει τα μέσα να το κάνει", σύμφωνα με το Μπόφινγκερ. 

Η τράπεζα ING υπολογίζει ότι οι δημόσιες δαπάνες για την οικονομική ανάκαμψη που περιλαμβάνονται στο προεκλογικό πρόγραμμα της Αγγελα Μέρκελ ανέρχονται σε 30 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να απαιτείται "αύξηση φόρων ή αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος", πράγμα που σημαίνει ότι όποιος και αν είναι ο νικητής των γερμανικών εκλογών, "με το έναν ή τον άλλο τρόπο, η εσωτερική ζήτηση θα ενισχυθεί". 

"Όμως το πρόγραμμα των συντηρητικών, το πιο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα όλων των εποχών", σύμφωνα με τη διατύπωση της Bild Zeitung, δημιουργεί αντιδράσεις μεταξύ των περισσότερο φιλελεύθερων οικονομολόγων.

"Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια ελιγμών, αλλά όχι αρκετά για τη χρηματοδότηση δαπανών ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων", σύμφωνα με το Τίλο Σέφερ, εμπειρογνώμονα του ινστιτούτου IW της Κολωνίας.

Ο Ζιλ Μεκ επισημαίνει την ειρωνεία του γαλλο-γερμανικού διαλόγου, ανάμεσα σε μία γαλλική κυβέρνηση που υπεραμύνεται της ανάπτυξης, αλλά "βρίσκεται σε φάση μισθολογικής λιτότητας" για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και μία Γερμανία που υπερασπίζεται τη λιτότητα, την ώρα που "η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξάνεται ταχύτερα από ό,τι στη Γαλλία".