Αμετάβλητο στο ιστορικό χαμηλό του 0,5% διατήρησε το βασικό της επιτόκιο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), κατά τη σημερινή συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου στη Φρανκφούρτη.

Όπως ευρέως αναμενόταν, η ΕΚΤ επέλεξε να μη βγάλει κάποιο από τα δυναμικά «όπλα» νομισματικής χαλάρωσης που διαθέτει στη «φαρέτρα» της, όπως είναι η μείωση του καταθετικού επιτοκίου σε αρνητικά επίπεδα.

Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ έχει, προς το παρόν, περιθώρια να αρκεστεί σε φραστικές δεσμεύσεις και όχι σε πρόσθετη δράση, καθώς διαφαίνονται οι πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης στην οικονομία της Ευρωζώνης.

Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει κάποιο νέο, αιφνίδιο «σοκ» ή αναζωπύρωση της κρίσης, η ΕΚΤ μπορεί μεν να βρίσκεται σε ετοιμότητα για τη λήψη πρόσθετων, μη συμβατικών μέτρων, εκτιμάται όμως ότι δεν θα επιλέξει τη δεδομένη στιγμή να τα χρησιμοποιήσει.

Εξάλλου, οι γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου αποτελούν ακόμη έναν ανασταλτικό παράγοντα στην εφαρμογή μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης, τα οποία εγείρουν ανησυχίες για ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, όπως εκτιμούν αναλυτές της Wall Street Journal.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ΕΚΤ έχει τα περιθώρια εφησυχασμού στη διάρκεια του καλοκαιριού. Το βασικό σενάριο στις προβλέψεις της κεντρικής τράπεζας κάνει λόγο για στασιμότητα και στην καλύτερη περίπτωση υποτονική ανάπτυξη.

Παρόλο που ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, κατάφερε πέρυσι να απομακρύνει τους φόβους για διάσπαση του ευρώ, η νομισματική του πολιτική δεν έχει καταφέρει να συμβάλει στη μείωση της ανεργίας - που έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα «ρεκόρ» - ή να τονώσει τον δανεισμό.

Αναλυτές του Reuters εκτιμούν ότι η πρόκληση για την ΕΚΤ είναι να συνδυάσει τις προσπάθειες για τόνωση της ανάπτυξης με το βασικό καθήκον διατήρησης του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, κάτι που θα μπορούσε να καταφέρει με νέες «ενέσεις» φθηνού χρήματος προς τις τράπεζες.