Επανήλθε με αιχμές στο θέμα της χθεσινής υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της Ιταλίας από μέρους του οίκου αξιολόγησης Standard and Poor's ο υπουργός Οικονομικών Φαμπρίτσιο Σακομάνι.

«Η υποβάθμιση αυτή βασίζεται σε τεχνική απομόνωση στοιχείων του παρελθόντος, με ελάχιστη ή ιδιαίτερα περιορισμένη αξιολόγηση των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί ή που βρίσκονται στο στάδιο της εφαρμογής», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας.

Σύμφωνα με τον Φ. Σακομάνι «η συζήτηση σχετικά με τον ρόλο των οίκων αξιολόγησης έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό», από την στιγμή που «οι αποφάσεις τους μπορεί να έχουν αποσταθεροποιητικό αποτέλεσμα».

Ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας επανέλαβε ότι η κυβέρνηση της χώρας «πρόκειται να αξιοποιήσει μέρος της δημόσιας περιουσίας για να καταφέρει να πετύχει την αποτελεσματική μείωση του δημόσιου χρέους» και «να αποφασίσει όσο πιο σύντομα γίνεται, αν θα πρέπει να καταργηθεί οριστικά ο φόρος στην πρώτη κατοικία και να μην εφαρμοσθεί παράλληλα η αύξηση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας από το 20% στο 21%».

Σήμερα το απόγευμα ο Ιταλός πρωθυπουργός Ενρίκο Λέτα πρόκειται να παρέμβει στην βουλή της Ρώμης για να πληροφορήσει το σώμα σχετικά με την οικονομική πολιτική του. Ο επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης συνεργασίας αναμένεται να αναφερθεί στην  υποβάθμιση .

«Η Ιταλία έχει ακόμη μπροστά της μιας σημαντική περίοδο μεταρρυθμίσεων», υπογράμμισε, πριν λίγο, ο Ιταλός κεντροαριστερός πρωθυπουργός, μιλώντας ενώπιον των μελών της Τραπεζικής Ένωσης Ιταλίας ABI.

Ο Λέτα κάλεσε τις ιταλικές τράπεζες «να χορηγούν ρευστότητα στις επιχειρήσεις, διότι μόνον με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η οικονομική ανάκαμψη» προσθέτοντας ότι «επείγει, παράλληλα, η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης».

Τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης τονίζουν πάντως ότι παρά την χθεσινή υποβάθμιση της χώρας από τον S&P, το «σπρεντ» έχει διαμορφωθεί σήμερα στις 280 μονάδες βάσης, επίπεδο που δεν προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία.

Το υπουργείο οικονομικών της Ρώμης κατάφερε να διαθέσει στην αγορά ομόλογα του ιταλικού δημοσίου συνολικής αξίας 9,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, «χωρίς να καταγραφεί ουσιαστική μείωση του ενδιαφέροντος των επενδυτών», σχολίασε η εφημερίδα Λα Ρεπούμπλικα.