Στο μνημόνιο συνεργασίας με τη γερμανική KfW για τη σύσταση του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου, που πρόκειται να υπογραφεί το απόγευμα αναφέρθηκε ο υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας στην εκδήλωση του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού επιμελητηρίου στο Χίλτον, παρουσία του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Β. Σόιμπλε, εκπροσώπων ελληνικών επιχειρήσεων και γερμανικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.

Ο υπουργός αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο κενό χρηματοδότησης των αναγκών της ελληνικής αγοράς που υπολογίζεται στα 15-18 δισ. ευρώ, σύμφωνα και με τη μελέτη της Oliver Wyman το οποίο, όπως είπε, δεν μπορεί να καλυφθεί από το ΕΣΠΑ παρά τη βελτίωση του ρυθμού απορρόφησης και επεσήμανε ότι το Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο θα συντελέσει, ως ένα βαθμό, στην ενίσχυση της ρευστότητας. 

Υπογράμμισε δε ότι το Ταμείο θα λειτουργεί με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια, μάνατζμεντ διεθνούς κύρους και πόρους τόσο από το δημόσιο τομέα, ευρωπαϊκές αναπτυξιακές τράπεζες, διεθνείς αναπτυξιακούς οργανισμούς, αλλά και από ιδιώτες.

«Για να επιτύχει η προσπάθειά μας πρέπει να συνδυάσουμε τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής με πολιτικές για την ανάπτυξη και την ενίσχυση της ρευστότητας» ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπουργός. «Αποδείξαμε όλους αυτούς μήνες, πως δικαιούμαστε να ζητάμε τη στήριξη της Ευρώπης γιατί προχωρήσαμε μπροστά με ταχύτητα, αγνοώντας το πολιτικό κόστος».

Ο κ. Χατζηδάκης παρουσίασε ακόμη τις διαρθρωτικές αλλαγές που έχουν υλοποιηθεί μέχρι σήμερα στις οποίες περιλαμβάνονται η απελευθέρωση των μεταφορών, η απλούστευση των αγορανομικών διατάξεων, η αντιμετώπιση στρεβλώσεων στην αγορά καυσίμων, η διευκόλυνση ίδρυσης επιχειρήσεων, ο επενδυτικός νόμος, οι αποκρατικοποιήσεις, κ.α.

Αναφέρθηκε δε στις τέσσερις βασικές πρωτοβουλίες που προγραμματίζονται ως το τέλος του έτους, που είναι η απλούστευση του πλαισίου αδειοδοτήσεων σε συνεργασία με την Παγκόσμια Τράπεζα, η αλλαγή του εξαγωγικού μοντέλου, η ανάπτυξη της εθνικής στρατηγικής για τα logistics, και η άρση των εμποδίων εισόδου και την ενίσχυση του ανταγωνισμού σε 4 βασικούς τομείς της οικονομίας (τουρισμός, επεξεργασία τροφίμων, οικοδομικά υλικά και λιανεμπόριο), σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ.