Αύξηση της ένδειας στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό της Ε.Ε.

Αύξηση της ένδειας στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό της Ε.Ε.

Τον κίνδυνο της ένδειας στην εργασία, επισημαίνει η ετήσια επισκόπηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις εξελίξεις στην απασχόληση και τις κοινωνικές προκλήσεις, επισκόπηση που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, υπογραμμίζοντας ότι για να καταπολεμηθεί η φτώχεια, δεν αρκεί η σταδιακή μείωση της ανεργίας, αλλά χρειάζεται η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.

«Πρέπει να δώσουμε προσοχή, όχι μόνο στη δημιουργία, αλλά και στην ποιότητα των θέσεων εργασίας, για να μπορέσουμε να επιτύχουμε μια βιώσιμη ανάκαμψη που να μειώνει όχι μόνο την ανεργία, αλλά και τη φτώχεια», τόνισε ο επίτροπος αρμόδιος για την απασχόληση, τις κοινωνικές υποθέσεις και την κοινωνική ένταξη, Λάζλο Άντορ.

Η επισκόπηση της Επιτροπής για την απασχόληση τονίζει ότι μία από τις πλέον σημαντικές κοινωνικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης είναι η αύξηση της ένδειας μεταξύ του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Παράλληλα, υπογραμμίζει τη σημασία ενός αποτελεσματικού συστήματος κοινωνικών παροχών τόσο για την επάνοδο των ανέργων στην απασχόληση όσο και για την άμβλυνση των χρόνιων ανισοτήτων μεταξύ των δύο φύλων.

Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα τα επιδόματα ανεργίας και τις κοινωνικές παροχές, η επισκόπηση της Επιτροπής επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη, οι δικαιούχοι επιδόματος ανεργίας είναι πιθανότερο να βρουν μια θέση εργασίας, σε σχέση με τα άτομα που δεν λαμβάνουν καθόλου παροχές. Αυτό ισχύει ειδικότερα στην περίπτωση καλά σχεδιασμένων συστημάτων κοινωνικών παροχών (π.χ. αυτά που μειώνουν το επίπεδο των παροχών με την πάροδο του χρόνου), που συνοδεύονται από τις κατάλληλες προϋποθέσεις, όπως είναι η υποχρέωση αναζήτησης εργασίας.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα εν λόγω συστήματα τείνουν να υποστηρίζουν καλύτερα την αντιστοίχιση δεξιοτήτων και, ως εκ τούτου, την ανάληψη θέσεων εργασίας υψηλότερης ποιότητας, οι οποίες με τη σειρά τους βοηθούν τα άτομα να εξέλθουν από τη φτώχεια.

Αντιθέτως, σύμφωνα με την ίδια επισκόπηση, οι άνεργοι που δεν λαμβάνουν παροχές ανεργίας είναι λιγότερο πιθανό να βρουν δουλειά.

Σημειώνεται, μάλιστα, ότι σε ορισμένες χώρες (π.χ. Πολωνία, Βουλγαρία) σημαντικά τμήματα του πληθυσμού δεν καλύπτονται από τα συνήθη δίκτυα ασφαλείας (παροχές ανεργίας, κοινωνική βοήθεια) και κατά κανόνα στηρίζονται στην οικογενειακή αλληλεγγύη ή στην αδήλωτη εργασία.

Επίσης, τα συστήματα κοινωνικών παροχών της Ελλάδας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας χαρακτηρίζονται από πολύ μικρή αποτελεσματικότητα, σε σχέση με τα συστήματα άλλων χωρών της ΕΕ, επισημαίνει η ίδια επισκόπηση, ενώ σημειώνει ότι το 2012, το 35% του πληθυσμού στην Ελλάδα απειλούνταν με φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό. Το ποσοστό αυτό κατατάσσει την Ελλάδα τέταρτη στην ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Λετονία. Επισημαίνεται, επίσης, ότι η Ελλάδα υπέστη τη μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ, μεταξύ 2008-2013, από οποιαδήποτε άλλη χώρα και κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση ανεργίας στην ΕΕ.

Όσον αφορά τις χρόνιες ανισότητες μεταξύ των δύο φύλων, από την επισκόπηση προκύπτει ότι εξακολουθούν να υφίστανται διαφορές που πλήττουν τις γυναίκες, ως προς τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τις αμοιβές και τον κίνδυνο της φτώχειας.

Οι γυναίκες τείνουν να εργάζονται συνολικά λιγότερες ώρες από ό,τι οι άνδρες, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των ευκαιριών σταδιοδρομίας τους, την αμοιβή τους με χαμηλότερο μισθό και σύνταξη και κατά συνέπεια, τη μείωση της οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας τους.

Σε ορισμένα κράτη - μέλη, ένα υψηλό ποσοστό γυναικών εργάζεται σχετικά λίγες ώρες (π.χ. Ολλανδία, Γερμανία, Αυστρία και Ην. Βασίλειο), ενώ σε κάποιες άλλες χώρες (κυρίως της Κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, στην Ισπανία και την Ιρλανδία) η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία μπορεί να είναι χαμηλότερη, αλλά όταν απασχολούνται, τείνουν να εργάζονται σχετικά περισσότερες ώρες.

Μόνο λίγα κράτη - μέλη (κυρίως οι Σκανδιναβικές και οι Βαλτικές χώρες) έχουν κατορθώσει να συνδυάζουν υψηλά ποσοστά απασχόλησης των γυναικών με περιορισμένες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων ως προς τις ώρες εργασίας.

Ειδικότερα στην Ελλάδα, σημειώνεται ότι τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης είναι οι γυναίκες, ενώ οι κοινωνικές παροχές στην Ελλάδα και την Ισπανία μειώνουν την ανισότητα πολύ λιγότερο από ό,τι στην Αυστρία και στο Λουξεμβούργο.

Τέλος, η ίδια επισκόπηση υπογραμμίζει ότι από τα πρώτα κιόλας έτη ζωής του ευρώ, άρχισαν να εμφανίζονται αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών, κυρίως λόγω της ανισόρροπης ανάπτυξης σε ορισμένα κράτη μέλη, με βάση το συσσωρευόμενο χρέος, το οποίο υποδαύλισαν τα χαμηλά επιτόκια και οι μαζικές εισροές κεφαλαίων και το οποίο συνοδεύτηκε συχνά από απογοητευτικές εξελίξεις ως προς την παραγωγικότητα και από προβλήματα ανταγωνιστικότητας.

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ορισμένες χώρες της ευρωζώνης δεν διέθεταν πλέον την επιλογή της νομισματικής υποτίμησης και προσπάθησαν να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητά τους ως προς το κόστος με τη συγκράτηση μισθών και τιμών. Η πολιτική αυτή, ωστόσο, έχει τους περιορισμούς της και τις επιπτώσεις της, ιδίως όσον αφορά την αύξηση της ανεργίας και την κοινωνική ένδεια, και η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι το άνοιγμα της οικονομίας, η ανθεκτικότητα της εξωτερικής ζήτησης, και η παρουσία πολιτικών και επενδύσεων για την ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο