«Καλπάζει» ο μεταποιητικός τομέας της ευρωζώνης

«Καλπάζει» ο μεταποιητικός τομέας της ευρωζώνης

Ο μεταποιητικός τομέας της ευρωζώνης αναπτύχθηκε τον Ιανουάριο με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων 32 μηνών, σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας της εταιρείας Markit.

Ο δείκτης διευθυντών αγορών (PMI) - ένας σύνθετος δείκτης που συνοψίζει τις συνθήκες λειτουργίας του τομέα της μεταποίησης - αυξήθηκε στις 54 μονάδες για πρώτη φορά από τον Μάιο του 2011, ενώ ο βασικός δείκτης PMI αυξάνεται και τους τέσσερις τελευταίους μήνες.

Η βελτίωση των επιδόσεων του τομέα της μεταποίησης στηρίχθηκε από τις σημαντικές αυξήσεις της παραγωγής, των νέων παραγγελιών και των νέων παραγγελιών για εξαγωγές. Στα τρέχοντα επίπεδά του, ο δείκτης PMI σηματοδοτεί ανάπτυξη του τομέα κατά τουλάχιστον 1% σε τριμηνιαία βάση. Η βάση της ανάκαμψης του τομέα διευρύνθηκε επίσης τον Ιανουάριο, καθώς ο δείκτης PMI της Ελλάδας επέστρεψε σε επίπεδα ανάπτυξης για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2009, ακολουθώντας την ανάκαμψη της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Ιρλανδίας.

Επικεφαλής στην ανοδική πορεία είναι η Γερμανία, όπου η ανάπτυξη έφθασε σε υψηλό επίπεδο 32 μηνών. Σημαντικοί ήταν οι ρυθμοί ανάπτυξης και στην Ολλανδία και την Αυστρία - παρά μία σημαντική επιβράδυνση στην Ολλανδία - ενώ η Ισπανία ήταν η μόνη χώρα - εκτός της Γερμανίας - που σημείωσε ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης.

Εκτός από τη σταθεροποίηση των αγορών σε μία σειρά χωρών, οι επιχειρήσεις απέδωσαν την περαιτέρω επέκτασή τους στην αύξηση των νέων παραγγελιών για εξαγωγές, καθώς οι συνθήκες στην παγκόσμια αγορά συνεχίζουν να ενισχύονται. Η δημιουργία θέσεων απασχόλησης στη μεταποίηση καταγράφηκε τον Ιανουάριο για πρώτη φορά έπειτα από δύο χρόνια. Αν και ο ρυθμός της ήταν συγκρατημένος, ήταν ο υψηλότερος από τον Σεπτέμβριο του 2011.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Markit κ. Κρις Ουίλιαμσον δήλωσε, μεταξύ άλλων: «Η βελτίωση της εικόνας της οικονομίας (της ευρωζώνης) που σκιαγραφείται από τον PMI, ο οποίος «τρέχει» σε ένα επίπεδο συμβατό με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά 0,4% έως 0,5% για το πρώτο τρίμηνο (του 2014), μειώνει την πίεση από τους υπεύθυνους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να προσφέρουν μεγαλύτερη νομισματική στήριξη. Οι πιέσεις στις τιμές και ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού θα παραμείνουν, χωρίς αμφιβολία, βασική πηγή ανησυχίας για την ΕΚΤ, ιδιαίτερα καθώς επιβραδύνθηκε τον Ιανουάριο τόσο η αύξηση των τιμών πώλησης όσο και του κόστους των εισροών».

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο