Βόρεια Ελλάδα: Εξάγουν έξι στις δέκα μικρομεσαίες επιχειρήσεων τροφίμων

Βόρεια Ελλάδα: Εξάγουν έξι στις δέκα μικρομεσαίες επιχειρήσεων τροφίμων

Στη διάγνωση της κατάστασης στην οποία βρίσκονται 160 επιχειρήσεις του κλάδου τροφίμων και ποτών στην Κεντρική Μακεδονία (με εξαίρεση αυτές στις περιοχές του Κιλκίς, της Χαλκιδικής και της Κατερίνης) και Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, καθώς και στη Νότια Βουλγαρία, κατέληξε έρευνα που πραγματοποίησε ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Β. Ελλάδας (ΣΒΒΕ), παραδίδοντας μάλιστα σε αυτές έναν μπούσουλα με τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες τους και με στόχο την αύξηση των κερδών τους.

Οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα απασχολούν μέχρι 50 άτομα προσωπικό και δεν επιλέχθηκαν βάσει τζίρου/κερδών.

Βέβαια, το ερώτημα που μένει και πρόκειται να απαντηθεί στο προσεχές μέλλον, είναι κατά πόσο οι επιχειρηματίες θα αξιοποιήσουν το εργαλείο που τους παρέχεται αφιλοκερδώς δηλαδή τη βάση δεδομένων που στήθηκε στο πλαίσιο του διασυνοριακού προγράμματος «Ελλάδα-Βουλγαρία 2007-2013», για το έργο «Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων του κλάδου τροφίμων μέσω του benchmarking- FIND CONSULTING» ή θα συνεχίσουν να απορροφώνται από την καθημερινότητά τους, θέτοντας έτσι σε αδράνεια τη βάση δεδομένων. Το έργο υλοποίησαν ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το πανεπιστήμιο South West University Neofit Rilsky της Βουλγαρίας και ο οργανισμός South West Initiative.

Στη διάρκεια συνέντευξης τύπου, ο διευθυντής τεκμηρίωσης και μελετών του ΣΒΒΕ, Χρήστος Γεωργίου, επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι οι μικρομεσαίες βορειοελλαδικές επιχειρήσεις έχουν σαφή εξαγωγική διάθεση και επιτυγχάνεται από το 60%. Όσες έχουν δραστηριότητα εκτός συνόρων, πραγματοποιούν πωλήσεις σε 3,5 χώρες, κατά μέσο όρο, με τις εξαγωγές να αντιστοιχούν στο 40% του συνολικού τους τζίρου, όπως προκύπτει από την έρευνα. Μάλιστα ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί ότι σε ό,τι αφορά στη διεθνή αγορά, οι μικρομεσαίες βορειοελλαδικές επιχειρήσεις περιορίζονται σε εμπορική παρουσία χωρίς να τολμούν να επενδύσουν στο εξωτερικό, κάτι που το αποτολμά μόνο το 20%.

Παράλληλα, επεσήμανε ότι οι μικρομεσαίες αυτές επιχειρήσεις-από τους υποκλάδους κονσερβοποιίας, ζαχαροπλαστικής, οινοποίησης, εμφιάλωσης νερού και γαλακτοκομικών-ακολουθούν "υβριδική στρατηγική” που που τους θέτει σε διαρκή προσαρμογή. Μάλιστα, παρόλο που ο στόχος είναι η ανάπτυξη των εξαγωγικών πωλήσεων, εξειδικευμένα Τμήματα Έρευνας & Ανάπτυξης όπως και Μάρκετινγκ, έχει μόνο το 16% και το 14% αντίστοιχα σε Ελλάδα και Βουλγαρία, ενώ το 50% δεν εφαρμόζει κανενός είδους αυτοματισμό και μόλις το 30% έχει barcoding και το 18% scanning. Σημειώνεται ότι από την έρευνα προέκυψε ότι το 60% των ελληνικών επιχειρήσεων εξάγουν, με το 40% του τζίρου τους να προέρχεται από τις πωλήσεις στο εξωτερικό. 

«Oι ελληνικές επιχειρήσεις στα περισσότερα σημεία βρέθηκε να υπερτερούν έναντι των βουλγαρικών. Δημιουργήθηκε μία βάση δεδομένων, δυναμική, που θέλουμε να συνεχίσει να λειτουργεί για τις εταιρείες έτσι ώστε, μέσω των συγκρίσεων, να βελτιώνουν τις αποδόσεις τους. Σκοπός μας είναι η ένταξη και άλλων επιχειρήσεων τροφίμων αλλά και εταιρειών από άλλους κλάδους» τόνισε ο καθηγητής Χρηματοοικονομικής και κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Διοίκησης Επιχειρήσεων, Δημήτρης Σουμπενιώτης, 
Τα συμπεράσματα της έρευνας παρουσίασε ο καθηγητής Χρηματοοικονομικής, Γιάννης Ταμπακούδης. Μεταξύ άλλων επεσήμανε ότι το ενώ το 60% των ελληνικών επιχειρήσεων του δείγματος είναι εξαγωγικές (το 32% των βουλγαρικών) και επενδύουν σε νέα προϊόντα,  έρευνες αγορών κάνει μόνο το 14% των ελληνικών (το 27% των βουλγαρικών). Υστέρηση παρατηρείται στη διαχείριση αποθεμάτων και αποθηκευτικών χώρων. Εντοπίστηκε ότι μόνο το 65% των αποθηκών τους χρησιμοποιείται ενώ κυλιόμενες απογραφές κάνει μόνο το 35% των ελληνικών επιχειρήσεων. 

Περιορισμένη καταγράφεται και η διείσδυση των τεχνολογιών Επικοινωνιών και Πληροφορικής, με μόλις το 32%  να παρέχει η/υ στο χώρο δουλειάς,  το 26% σύνδεση με το ίντερνετ και το 20% εταιρικό mail. Βέβαια, αυτό όπως επεσήμανε δεν είναι τόσο περίεργο, αφού το 45% του προσωπικού είναι στην παραγωγή, το 22% στις πωλήσεις, το 8% στο μάνατζμεντ και, σε όλα τα άλλα τμήματα ποσοστά του 5% και κάτω. 

Από τα ευρήματα της έρευνας σημαντικό είναι και η μικρή συμμετοχή των εταιρειών σε ευρωπαϊκά προγράμματα, αφού μόλις το 11% καταθέτει αιτήσεις, με το 8% περίπου να εντάσσεται, ενώ η συμμετοχή σε επιδοτούμενα προγράμματα έρευνας και καινοτομίας είναι γύρω στο 5%.

Σε ό,τι αφορά τον κρίσιμο τομέα των πιστοποιήσεων της ποιότητας, σημειώνεται ότι τι 70% των ελληνικών επιχειρήσεων είναι πιστοποιημένο κατά HACCP και κατά ΙSO 9001/2008 το 21%, ενώ το ISO ΕΝ 14001 που αφορά περιβαλλοντική διαχείριση έχει ένα 5%, ενώ EMAS και ΙSO 27001, δεν έχει ούτε μία εταιρεία. 

Αναφορικά δε με τον τρόπο διοίκησης, συγκεντρωτικά λειτουργεί το 80% των ελληνικών επιχειρήσεων, στο 58% οι εργαζόμενοι δεν ενημερώνονται για τους στόχους της επιχείρησης, μόνο στο 42% ακολουθούνται συγκεκριμένες διαδικασίες αξιολόγησης των εργαζομένων, ενώ οι επιχειρήσεις που δίνουν μπόνους στους υπαλλήλους τους, είναι στο 30%.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο