Wall Street Journal: Οι επιπτώσεις στην ευρωζώνη από την αναταραχή στην Κίνα

Wall Street Journal: Οι επιπτώσεις στην ευρωζώνη από την αναταραχή στην Κίνα

Με τη βίαιη πτώση των χρηματιστηρίων της Ασίας και ειδικότερα της Κίνας να συνεχίζεται άνοιξε η συζήτηση για τις πιθανές επιπτώσεις της κρίσης και στην ευρωζώνη.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal οι φόβοι εστιάζονται επίσης σε μία καθοδηγούμενη από την Κίνα επιβράδυνση των αναδυόμενων οικονομιών, οι οποίοι ανατρέπουν τις ελπίδες σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, ότι μία ισχυρή παγκόσμια ανάπτυξη και ένα αδύναμο ευρώ θα έδιναν ώθηση στην υποτονική ανάκαμψή της.

«Η Ευρωζώνη είναι πολύ ευάλωτη σε σοκ», δήλωσε ο οικονομολόγος Ben May της συμβουλευτικής εταιρείας Oxford Economics. Η άμεση οικονομική έκθεση της Ευρώπης στην Κίνα, μέσω των εξαγωγών, είναι περιορισμένη, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη και άλλες ασιατικές οικονομίες που είναι στενά συνδεδεμένες με την Κίνα, σημειώνουν οικονομολόγοι. Η Γερμανία, για παράδειγμα, έχει τις στενότερες εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, αλλά οι εξαγωγές της προς αυτή αποτελούν μόνο το 6,6% των συνολικών γερμανικών εξαγωγών, σύμφωνα με το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας. 

«Δεν θεωρώ ότι το θέμα είναι τόσο δραματικό από την άποψη του εμπορίου», δήλωσε ο Rob Carnell, επικεφαλής οικονομολόγος της ING στο Λονδίνο. Ωστόσο, πρόσθεσε ο ίδιος, η Ευρώπη μπορεί να είναι ευάλωτη με έμμεσους τρόπους , εάν η αναταραχή στην κινεζική αγορά συνεχισθεί, ιδιαίτερα μέσω της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Άλλες έμμεσες συνέπειες - όπως η εξασθένηση του επιχειρηματικού κλίματος λόγω ανησυχιών για τις οικονομικές προοπτικές - φαίνονται επίσης μεγάλες, δήλωσε ο οικονομολόγος της BNP Paribas, Ken Wattret.

Το ευρώ άρχισε να ανατιμάται έναντι του δολαρίου και πολλών άλλων νομισμάτων, μετά τη σημαντική εξασθένησή του στις αρχές του 2015. Ένα αδύναμο ευρώ αποτελούσε πηγή ελπίδας για μία ισχυρότερη οικονομική ανάκαμψη στην Ευρώπη, καθώς βοηθά τους Ευρωπαίους εξαγωγείς, καθιστώντας τις φθηνότερες για τους ξένους. Οι πολιτικές νομισματικής στήριξης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και, αντίστοιχα, οι προσδοκίες ότι η αμερικανική κεντρική τράπεζα (Fed) θα αύξανε τα επιτόκια το Φθινόπωρο, ήταν που προκάλεσαν σε μεγάλο βαθμό την εξασθένηση του ευρώ φέτος. Οι επενδυτές θεωρούν τώρα ότι η Fed θα διστάσει να αυξήσει τα επιτόκια, ωθώντας το δολάριο σε υποτίμηση και το ευρώ σε ανατίμηση.

Το ευρώ είναι ακόμη σχετικά φθηνό, λίγο κάτω από τα 1,16 δολάρια. Αλλά, νωρίτερα φέτος, η Ευρώπη αναρωτιόταν αν το νόμισμά της θα υποχωρούσε στην απόλυτη ισοτιμία με το δολάριο. Μία συνέχιση της ανατίμησης του ευρώ θα μπορούσε να πλήξει τις προοπτικές για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα αν ταυτόχρονα το διεθνές εμπόριο ήταν αδύναμο. Μία ανατίμηση του ευρώ μπορεί να κρατήσει, επίσης, χαμηλό τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη, κάτι που αποτελεί πονοκέφαλο για την ΕΚΤ, η οποία πασχίζει να τον αυξήσει προς τον στόχο της που είναι λίγο κάτω από το 2%. Ο πολύ χαμηλός πληθωρισμός, που κρατά υψηλό το κόστος των επιτοκίων και πλήττει τους δανειζόμενους, ήταν ένας από τους παράγοντες της αναιμικής ανάπτυξης της Ευρώπης.

Στα «συν» για την Ευρώπη, είναι ότι η επίπτωση από την κινεζική αγορά πιέζει προς τα κάτω τις τιμές του πετρελαίου. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν αρκετό δικό τους πετρέλαιο και πρέπει να δαπανούν πολλά χρήματα για εισαγωγές ενέργειας. Έτσι, με τη μείωση των τιμών πετρελαίου, μειώνονται οι δαπάνες για εισαγωγές και, εφόσον οδηγήσουν σε χαμηλότερες τιμές της βενζίνης και πετρελαίου θέρμανσης, θα τονώσουν το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών.

«Αυτός είναι ένας αντισταθμιστικός παράγοντας που θα μπορούσε να κάνει την ευρωζώνη πιο ανθεκτική στις τελευταίες εξελίξεις», δήλωσε ο Marco Valli, επικεφαλής οικονομολόγος της UniCredit στο Μιλάνο.

Συνολικά, ο κ. Carnell σημείωσε ότι ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της ευρωζώνης πιθανόν να είναι χαμηλότερος κατά δύο δέκατα της ποσοστιαίας μονάδας σε σχέση με ότι αναμενόταν πριν, εάν αποκτήσουν διάρκεια οι ανησυχίες για την ανάπτυξη της Κίνας και της Ασίας. Η ING προέβλεπε πριν ρυθμό ανάπτυξης στην ευρωζώνη 1,4% για φέτος και 1,8% για το 2016. Η επίπτωση, ωστόσο, πέρα από τη φετινή χρονιά, είναι δύσκολο να προβλεφθεί και θα εξαρτηθεί από το πόσο αποτελεσματικά θα αντιδράσει η κινεζική πολιτική, δήλωσε ο Carnell.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο