Γραφείο Προϋπολογισμού: Υπαρκτός κίνδυνος για βαθύτερη ύφεση

Γραφείο Προϋπολογισμού: Υπαρκτός κίνδυνος για βαθύτερη ύφεση

Τις έντονες αβεβαιότητες που συνεχίζουν να επικρατούν στο οικονομικό περιβάλλον της χώρας που σε  συνδυασμό με την έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδας  και Θεσμών, πρκαλούν αναχώματα για την ανάκαμψη, σκιαγραφεί με τη νέα του τριμηνιαία έκθεση το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.

Συγκεκριμένα, η έκθεση (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2015), επιχειρεί να συνεκτιμήσει τις θυελλώδεις εξελίξεις των τελευταίων μηνών προκειμένου να διαπιστώσει τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας. Μάλιστα αφού διαπιστώνει πως η επιλογή της υπογραφής του τρίτου μνημονίου, ήταν η καλύτερη σε σχέση με όλες τις εναλλακτικές, αναγνωρίζει πως για την επιτυχία του νέου προγράμματος προϋποτίθεται η επίτευξη του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Όπως αναφέρει, αυτή η εξέλιξη θα επιτρέψει στη χώρα να εξυπηρετεί τα χρέη της χωρίς να έχει ανάγκη για επιπλέον δανεισμό από τον ESM.

Ωστόσο, για το Γραφείο, η επιτυχής εκτέλεση του τρίτου Μνημονίου, δεν θεωρείται εύκολη υπόθεση και ο συγκεκριμένος στόχος, χαρακτηρίζεται πολύπλοκος και φιλόδοξος.

«Η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να κάνει «αγώνα δρόμου» για την εφαρμογή του (μνημονίου) και η δημόσια διοίκηση να δείξει διαχειριστική επάρκεια για ένα τόσο δύσκολο έργο. Οι μεταρρυθμίσεις θα εφαρμοστούν σε ένα περιβάλλον ύφεσης, καθώς το δεύτερο εξάμηνο του έτους αναμένεται να είναι χειρότερο σε σχέση με το πρώτο», αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση και προειδοποιεί πως υπάρχει κίνδυνος η χώρα να διολισθήσει σε βαθύτερη ύφεση ή και σε μια μακροχρόνια στασιμότητα.

Σε ό,τι αφορά την αβεβαιότητα, υπογραμμίζεται πως αυτή τροφοδοτείται από τη συνεχή αναζήτηση περί «ισοδυνάμων» για να γίνουν τροποποιήσεις, τις ασάφειες σε φορολογικά ζητήματα (φορολόγηση μισθώματος ακινήτων, ΦΠΑ στην εκπαίδευση, ΕΝΦΙΑ) και τους ανασχεδιασμούς στο ασφαλιστικό. «Την αβεβαιότητα τροφοδοτεί και η αρνητική στάση του συνόλου της αντιπολίτευσης σε κάθε σχεδόν μέτρο εφαρμογής του τρίτου «Μνημονίου», αναφέρει και σημειώνει ότι τα προβλήματα εφαρμογής που καταγράφονται σε τομείς όπως ο ΦΑΠ στην εκπαίδευση, τα κόκκινα δάνεια και οι ιδιωτικοποιήσεις, δείχνουν πως η οικονομική φιλοσοφία του μνημονίου, συχνά αμφισβητείται στην πράξη, γεγονός που και αυτό με τη σειρά του τροφοδοτεί την αβεβαιότητα

Πάντως το ΓΠΚΒ, φαίνεται να προκρίνει μια μορφή οικονομικής διακυβέρνησης, αντίστοιχη με εκείνη της περιόδου 2012-2014 (Α’ εξάμηνο), η οποία χαρακτηρίζεται από μειωμένα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα. «Η οικονομία άρχισε το 2014 να ανακάμπτει, ενώ οι προοπτικές της για το 2015 εμφανίζονταν καλύτερες. Αυτό οφειλόταν σε παράγοντες, όπως η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη, που είχαν αρχίσει να ενισχύονται. Όμως, από το β’ εξάμηνο του 2014, η αβεβαιότητα επέστρεψε και οι μεταρρυθμίσεις πάγωσαν», υπογραμμίζεται.

Την ίδια στιγμή, στην έκθεση γίνεται σαφής λόγος για την δυσπιστία των θεσμών προς τις ελληνικές αρχές, στάση που εκφράζεται μέσω της εφαρμογής αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων.

Φορολογία

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που φαίνεται να προβληματίζει έντονα τους επιτελείς του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, είναι το μείγμα της φορολογικής πολιτικής που έχει επιλέξει η κυβέρνηση να προωθήσει προκειμένου να πιάσει τους στόχους του προγράμματος και να αυξήσει τα έσοδα του κράτους.

Όπως επισημαίνει η έκθεση, τα φορολογικά μέτρα έχουν αποφασιστεί χωρίς να εκτιμάται το γεγονός αν μπορούν να εφαρμοστούν, πού μπορούν να εφαρμοστούν, τί επιπτώσεις θα έχουν αν εφαρμοστούν και, βεβαίως, τί επιπτώσεις θα έχουν εάν δεν εφαρμοστούν από όλους. Σημειώνει δε πως έχει διαπιστωθεί ότι εξαντλείται πλέον η φοροδοτική ικανότητα των συνεπών πολιτών, ενώ οι αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών και ενδεχομένως νέοι φόροι μπορεί να ενισχύσουν τη φοροδιαφυγή. Με τον τρόπο αυτό, το Γραφείο κατακρίνει τις επιλογές της κυβέρνησης, η οποία φαίνεται πως «από τη μια μεριά σχεδιάζει την κατάργηση διαφόρων εκπτώσεων και φοροαπαλλαγών, που αποσκοπούν στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, αλλά, από την άλλη, αυξάνει τους φόρους στους μισθωτούς».

«Δεν αξιοποιεί τα υπάρχοντα περιθώρια για μείωση μη παραγωγικών δαπανών, για καταπολέμηση μεγάλων πηγών φοροδιαφυγής (κίνηση πετρελαίου) και για μεταρρυθμίσεις, που θα μείωναν τις πιέσεις για επέκταση των δαπανών του κράτους», αναφέρει.  

Σε ό,τι αφορά την αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά, γίνεται  λόγος για πολύ μικρό όφελος (λίγο πάνω από 60 εκατ. ευρώ) από την  εφαρμογή του μέτρου, ενώ για το ασφαλιστικό, ανάγκη μεταρρυθμίσεων.

Αναλυτικά η έκθεση

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο