Οι αντικειμενικές αξίες και η διαπραγμάτευση

Οι αντικειμενικές αξίες και η διαπραγμάτευση

Έντονη ανησυχία και απογοήτευση ήταν τα πρώτα που αισθάνθηκαν στο Υπουργείο Οικονομικών μόλις έμαθαν για την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που διέταξε την αλλαγή των αντικειμενικών αξιών και μάλιστα με αναδρομική ισχύ από τον Μάιο του 2015. Γρήγορα η κατήφεια αντικαταστάθηκε από ηρεμία όταν ήρθε η πληροφορία ότι η απόφαση αφορά μόνο εκείνους που έκαναν την προσφυγή (13 φορολογούμενους) και αν θελήσει και κάποιος άλλος να τύχει επιστροφής χρημάτων θα έπρεπε να κάνει και εκείνος δικαστικό αγώνα. Και απ’ ότι φαίνεται τα δικαστικά έξοδα είναι υψηλότερα της επιστροφής των χρημάτων που θα θεωρηθούν αχρεωστήτως καταβληθέντα. Επομένως η απόφαση ήταν άλλο ένα γερό χτύπημα στην αξιοπιστία της κυβέρνησης, όχι όμως και στα οικονομικά της.

Κάτω από αυτό το πρίσμα η δημοσιονομική πολιτική, που στηρίζεται εντονότατα πάνω στα έσοδα από ακίνητα, δεν κινδυνεύει για το 2015, ενώ για το 2016 είναι απαραίτητο το κράτος να κάνει σύντομα διορθώσεις στον ΕΝΦΙΑ. Και μπορεί το Υπουργείο Οικονομικών να έχει ανακοινώσει ότι του χρόνου ο ΕΝΦΙΑ θα αλλάξει όνομα και θα θυμίζει περισσότερο τον Φόρο Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας, ο εισοδηματικός στόχος όμως παραμένει στα 2,65 δισ. και ως εκ τούτου δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για μανούβρες. 

Το θέμα με τον ΕΝΦΙΑ είναι ότι λαμβάνει ως δεδομένα για την διαμόρφωση του τα στοιχεία εκείνα που βρίσκει κατά την πρώτη Ιανουαρίου του έτους. Ήτοι την περιουσιακή κατάσταση των φορολογουμένων, αλλά και τον τρόπο υπολογισμού του φόρου. Με άλλα λόγια την πρώτη Ιανουαρίου 2016, το Υπουργείο Οικονομικών θα μπορούσε να στήσει τον νέο ΕΝΦΙΑ με τις αντικειμενικές που ισχύουν από το 2007, κατά τη διάρκεια του έτους να τις αλλάξει και να τις φέρει πιο κοντά στις εμπορικές αξίες, αυτή η αλλαγή όμως θα επηρέαζε τον φόρο μόνο την πρώτη πρώτου του 2017. 

Μόνο που η απόφαση του ΣτΕ άλλαξε τα δεδομένα. Και αυτό διότι ακόμη κι αν το Υπουργείο λάβει μία καθυστερημένη απόφαση και αλλάξει (επιτέλους) τις αντικειμενικές αξίες τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο ή όποτε, λόγω της απόφασης που επιβάλει την αναδρομικότητα, τότε οι νέες αντικειμενικές θα θεωρηθεί ότι ήταν εκείνες που ίσχυαν την πρώτη ημέρα του χρόνου. Έτσι στην ουσία η απόφαση του Συμβουλίου εξασφάλισε την επίσπευση της αλλαγής των αντικειμενικών αξιών που σήμερα άλλωστε δεν εκφράζουν τίποτα στην ελληνική αγορά ακινήτων. 

Έτσι το Υπουργείο Οικονομικών, θέλοντας και μη ανέλαβε άλλη μία υποχρέωση που προστίθεται στην ήδη πολύ δύσκολη ατζέντα του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου, περίοδο κατά την οποία θα πρέπει να ξεκινήσει και να τελειώσει η πρώτη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου. Τα άλλα πολύ δύσκολα θέματα είναι φυσικά τα εργασιακά, τα κόκκινα δάνεια και το φορολογικό. Επιπλέον -στις θεωρητικά ολοκληρωμένες πολιτικές- απομένουν κάποιες «ουρές» τις οποίες παρακολουθούν στενά οι τεχνικές υπηρεσίες των θεσμών. Πρόκειται για τις αλλαγές στο νόμο Κατσέλη, τον χωροταξικό νόμο, τη συμφωνία για τον ΑΔΜΗΕ (δεν μπήκε στο νομοσχέδιο), το νόμο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής από τριγωνικές συναλλαγές τύπου καρουζέλ, τη μείωση στις δαπάνες υγείες και τις παρεμβάσεις στις αγορές και τις υπηρεσίες σύμφωνα με τα toolkits του ΟΟΣΑ. 

Ταυτόχρονα, η ελληνική κυβέρνηση προετοιμάζεται και για την καυτή πατάτα του ασφαλιστικού που θα συζητηθεί κι αυτό τον Ιανουάριο με τους θεσμούς. Το ΚΥΣΚΟΙΠ συνεδρίασε χθες υπό τον Γιάννη Δραγασάκη και αποφάσισε τη σύσταση διυπουργικής επιτροπής που θα αναλάβει να προτείνει τρόπους οικονομικής ενίσχυσης του ασφαλιστικού συστήματος. Οι προτάσεις της επιτροπής θα ενσωματωθούν στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο και ήδη έχουν πέσει προτάσεις στο τραπέζι που ποικίλουν από τα τυχερά παιχνίδια και την επιβολή ειδικών τελών έως έσοδα από αποκρατικοποιήσεις, την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου και την πάταξη της φοροδιαφυγής. Η κυβέρνηση πάντως δεν εγκαταλείπει την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών κατά 1,5 με 2 μονάδες προκειμένου να αποφύγει παρεμβάσεις στις κύριες συντάξεις κάτι όμως που δεν δέχονται οι θεσμοί. Χθες ήταν η σειρά του Βάλντις Ντομπρόβσκις να ξεκαθαρίσει ότι «η αύξηση της φορολόγησης της εργασίας στο στάδιο αυτό δεν θα είναι ένα παραγωγικό μέτρο για την ελληνική οικονομία». Και χωρίς να θέλω να το παίξω μάντης, μέχρι σήμερα όταν η τρόικα κάνει τέτοιου είδους δηλώσεις που φαντάζουν ανώδυνες, στην διαπραγμάτευση οχυρώνεται πίσω από αυτές τις θέσεις και τελικά επιβάλει αυτό που θέλει.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο