ΔΝΤ: Γερμανία και Σουηδία μπορούν να επωφεληθούν οικονομικά από τους πρόσφυγες

ΔΝΤ: Γερμανία και Σουηδία μπορούν να επωφεληθούν οικονομικά από τους πρόσφυγες

Τις οικονομικές προκλήσεις αλλά και οφέλη από την εισροή προσφύγων σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες αναλύει έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σύμφωνα με την οποία χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Αυστρία, που αποτελούν και τους κυριότερους προορισμούς των προσφύγων, μπορούν να δουν θετικά αποτελέσματα στην οικονομία τους.

Αυτό, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, ισχύει τόσο σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα με την αύξηση των δημοσίων δαπανών όσο και μακροπρόθεσμα, αλλά στη δεύτερη περίπτωση αυτό θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα και επιτυχώς θα αφομοιωθούν οι πρόσφυγες  στην αγορά εργασίας.

Όπως σημειώνει η έκθεση η αύξηση του εργατικού δυναμικού μπορεί να έχει ένα μεγαλύτερο σε διάρκεια αντίκτυπο στην ανάπτυξη και στα δημοσιονομικά. Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο, προσθέτει, απαιτούνται και καλές πολιτικές, οι οποίες περιλαμβάνουν τον περιορισμό των εμποδίων εισόδου στην αγορά εργασίας για τους πρόσφυγες, κάτι που μπορεί να γίνει για παράδειγμα με επιδότηση των εργοδοτών και κυρίως με την άρση του αποκλεισμού συμμετοχής στην αγορά εργασίας κατά τη διαδικασία αίτησης χορήγησης ασύλου.

Σύμφωνα με τους αναλυτές του ΔΝΤ θα πρέπει επίσης να παρέχεται εκπαίδευση τόσο σε επίπεδο επαγγελματικής κατάρτισης όσο και εκμάθησης της γλώσσας σε κάθε χώρα.

Την ίδια ώρα απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι η είσοδος νέου εργατικού δυναμικού θα ρίξει τους μισθούς στη χώρα, αναφέροντας ότι η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις είναι περιορισμένες και προσωρινές.

Αφού σημειώνει ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο αριθμό αίτησης χορήγησης ασύλου τα τελευταία 30 χρόνια, τονίζει ότι αυτό το κύμα εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα της ΕΕ να ενσωματώσει γρήγορα τους νεοεισερχόμενους στην οικονομία και την κοινωνία.

Σύμφωνα με την έκθεση μια καλύτερη κατανόηση των οικονομικών προοπτικών θα μπορούσε να βοηθήσει στον πολιτικό διάλογο, ενώ επισημαίνει πως είναι σημαντικό να καταλαβαίνει κανείς ότι τα χαρακτηριστικά των οικονομικών μεταναστών μπορεί να είναι διαφορετικά από εκείνα των προσφύγων, σε όρους δημογραφικούς αλλά και δεξιοτήτων, επιπλέον  με τα κίνητρα που τους κάνουν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους  και τις πιθανότητες να θέλουν να μείνουν μακροπρόθεσμα στις χώρες όπου αναζητούν άσυλο.

Βραχυπρόθεσμα ο μακροοικονομικός αντίκτυπος από την εισροή προσφύγων είναι πιθανόν να είναι μια μέτρια αύξηση στην ανάπτυξη του ΑΕΠ αντανακλώντας τη δημοσιονομική επέκταση που σχετίζεται με την υποστήριξη των αιτούντων άσυλο καθώς και της αύξησης του εργατικού δυναμικού καθώς μπορούν να ενταχθούν σε αυτό και οι νεοφερμένοι.

Ωστόσο, συμπληρώνει, ο αντίκτυπος των προσφύγων σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο πλάνο εξαρτάται από το πώς θα ενσωματωθούν στην αγορά εργασίας.

Η διεθνής εμπειρία, συνεχίζει, δείχνει ότι οι μετανάστες έχουν χαμηλότερα ποσοστά εργασίας αλλά και μισθούς συγκριτικά με τους πολίτες της χώρας, αν και σταδιακά αυτές οι διαφορές τείνουν να μικραίνουν.

Κλειδί για τη γρηγορότερη ενσωμάτωσή τους είναι, κατά το ΔΝΤ, οι νομικοί περιορισμοί που δεν τους επιτρέπουν να εργαστούν κατά τη διαδικασία αίτησης για άσυλο αλλά και οι περιορισμοί στη μετακίνησή τους, κάτι που θα τους επέτρεπε να στραφούν σε μέρη όπου χρειάζονται εργατικά χέρια.

Επιπλέον, προσθέτει, έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι η επιδότηση εργοδοτών συχνά αυξάνει τα ποσοστά εργασίας ανάμεσα στους μετανάστες.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο