Ολόκληρη η έρευνα του ESMT: Πού πήγαν τα λεφτά των μνημονίων – Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα

Ολόκληρη η έρευνα του ESMT: Πού πήγαν τα λεφτά των μνημονίων – Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα

Ορισμένα εξόχως ενδιαφέροντα στοιχεία για τα δάνεια των πακέτων διάσωσης και το πώς αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να διασωθούν επί της ουσίας οι ελληνικές τράπεζες περιλαμβάνει η έκθεση της σχολής μάνατζμεντ και τεχνολογίας στο Βερολίνο που αποκάλυψε σήμερα η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, από τα 215,9 δισεκατομμύρια ευρώ που δόθηκαν στα δύο πρώτα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδας από την ΕΕ και το ΔΝΤ, τα 86,9 δισεκατομμύρια κατευθύνθηκαν στην αποπληρωμή δανείων, τα 52,3 δισεκατομμύρια στην αποπληρωμή τόκων, τα 37,3 δισεκατομμύρια στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, 29,7 δισεκατομμύρια στην αποζημίωση των ιδιωτών.

Ως προς το τρίτο μνημόνιο, και πάλι η μερίδα του λέοντος θα κατευθυνθεί προς τους δανειστές: Σύμφωνα με την μελέτη, από τα 86 δισεκατομμύρια που αποτελούν τη δανειακή σύμβαση του ESM, τα 35,9 θα κατευθυνθούν σε αποπληρωμή χρέους, τα 17,8 στην αποπληρωμή τόκων και τα 25 στην ανακεφαλαιοποίηση, εκ των οποίων ωστόσο χρειάστηκαν τα 5 δισεκατομμύρια.

Ως συμπέρασμα της μελέτης, προκύπτει πως από τις δανειακές συμβάσεις των πρώτων μνημονίων, μόλις το 9,7 δισ., δηλαδή λιγότερο από το 5%, μπήκαν στον ελληνικό προϋπολογισμό και επομένως ήταν προς όφελος των πολιτών. Το μεγαλύτερο μέρος χρησιμοποιήθηκε για την εξυπηρέτηση παλαιών οφειλών και την πληρωμή των τόκων

Πάντως, όπως σημειώνει η έκθεση, η ρίζα του ελληνικού προβλήματος έγκειται στην ανικανότητα του ελληνικού κράτους να διαχειριστεί τον προϋπολογισμό του. Και σημειώνει πως κατά το παρελθόν υπήρξαν σημαντικές ελλείψεις στον δημόσιο τομέα, περιλαμβανομένης της φοροδιαφυγής, που προκαλούσαν αβεβαιότητα στους πιθανούς επενδυτές.

Ταυτόχρονα τονίζεται πως η χώρα ακόμη βρίσκεται πίσω στο χρονοδιάγραμμα ως προς τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, και εμφανίζονται ως παραδείγματα, η αργή πρόοδος των ιδιωτικοποιήσεων, ο νόμος για τη χρεοκοπία που δεν επιτρέπει στις τράπεζες να καθαρίζουν τους προϋπολογισμούς τους από τα κόκκινα δάνεια. «Υπάρχουν ακόμη αρκετά δύσκολα θέματα να λυθούν που χρειάζονται περισσότερο χρόνο, όπως για παράδειγμα οι αυξήσεις στους φόρους, ωστόσο η μακροπρόθεσμη προοπτική τους είναι σημαντική και δεν μπορούν εύκολα να παρθούν πίσω από τις μελλοντικές κυβερνήσεις» τονίζεται χαρακτηριστικά.

Ως προς το γεγονός ότι μέχρι το 2010 οι επενδυτές συνέχιζαν να αγοράζουν ελληνικά ομόλογα παρά το τεράστιο ελληνικό χρέος, η έκθεση τονίζει πως ενθαρρύνθηκαν από το γεγονός ότι ο φόβος μίας χρεοκοπίας ήταν ανύπαρκτος, ενώ δεν υπήρχε ρυθμιστικό πλαίσιο όσον αφορά τις επενδύσεις στα ελληνικά χρεόγραφα. Αυτή την τακτική ακολούθησαν και οι τράπεζες,  οι οποίες συνδυαστικά είχαν έκθεση ύψους 54,4 δισεκατομμυρίων ευρώ στο ελληνικό χρέος.

Ταυτόχρονα γίνεται λόγος και για το ότι δεν είχε γίνει κούρεμα χρέους το 2010, και αναφέρεται πως οι κυβερνήσεις δεν προχώρησαν σε αυτή την κίνηση υπό τον φόβο μίας «μετάδοσης» της κρίσης μόλις 19 μήνες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers και τον φόβο μίας  νέα κρίσης. Η έλλειψη «κουρέματος»,  και τα επόμενα πακέτα διάσωσης μετέφεραν τον κίνδυνο από τους ιδιώτες στους επίσημους πιστωτές. Σε γενικές γραμμές, συνεχίζει το ινστιτούτο, οι νωρίτερες απώλειες των ιδιωτών πιστωτών είναι σημαντικές για να επιτευχθεί μια μεγάλη ελάφρυνση του χρέους, πριν δοθούν νέοι δανειακοί πόροι.

Πάντως, ως προς τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για το χρέος, το ινστιτούτο αφού κάνει αναφορά στις εν εξελίξει διαμάχες μεταξύ του ΔΝΤ και των Ευρωπαίων, τονίζει πως η ελληνική κυβέρνηση έχει απωλέσει την εμπιστοσύνη. Ταυτόχρονα, ενώ υπάρχουν πρόοδοι ως προς τον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού, η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη πίσω στην εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, διατυπώνεται η εκτίμηση πως θα πρέπει να καθυστερήσει η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους σε μία περίοδο που η Ελλάδα θα έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη ώστε να διατηρεί έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και θα έχει επιτέλους εισαγάγει σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του τραπεζικού τομέα η οποία θα δέχεται την αναγκαιότητα να εξαλειφθούν οι περιορισμοί για τραπεζικές επενδύσεις στο δημόσιο χρέος.

Δείτε ολόκληρη την έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο