Economist Intelligent Leaders Summit: Η ψηφιακή μετάβαση ως ευκαιρία ανάπτυξης για την Ελλάδα

Economist  Intelligent Leaders Summit: Η ψηφιακή μετάβαση ως ευκαιρία ανάπτυξης για την Ελλάδα

Οι ψηφιακές πολιτικές ανά τον πλανήτη και η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή βρέθηκαν επί τάπητος στην εκδήλωση του Economist  με τον τίτλο Intelligent Leaders Summit Oxygenating the future through digital strategy.

«Ίσως περίπου το ½ του παγκόσμιου πληθυσμού έχει γεννηθεί μετά την εφεύρεση του ίντερνετ», παρατήρησε κατά την έναρξη του Intelligent Leaders Summit o consultant editor του περιοδικού The Economist John Andrews. Μεταξύ άλλων, στάθηκε στην αυξανόμενη σημασία της τεχνητής νοημοσύνης, προβλέποντας ότι τα προσεχή έτη ο συγκεκριμένος τομέας θα φέρει την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με ηθικά και κοινωνικά ζητήματα, στο πλαίσιο μιας πληθώρας προκλήσεων αλλά και ευκαιριών στην ψηφιακή εποχή.

Εργαλεία ανάπτυξης της έρευνας και καινοτομίας στην Ελλάδα «υπάρχουν και είναι διαθέσιμα» διεμήνυσε από το βήμα του συνεδρόυ το οποίο διοργανώνεται με την υποστήριξη της SAP, ο διακεκριμένος καθηγητής αστροφυσικής της NASA Σταμάτης Κριμιζής, υπογραμμίζοντας ότι ο συγκεκριμένος τομέας αποτελεί το πιο σταθερό υπόβαθρο για αειφόρο οικονομική πρόοδο.

Ειδικότερα, αναφέρθηκε στο Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και Τεχνολογία (ΕΣΠΕΚ), το οποίο κατάρτισε από την περίοδο 2010-13 το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας και βρίσκεται στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ). Πρόκειται για ένα «ολοκληρωμένο σχέδιο, με 7ετή ορίζοντα», για την αύξηση της Έρευνας και Καινοτομίας ως ποσοστού του ΑΕΠ από 0,5% σε 1,5% έως το 2020.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Κριμιζής στάθηκε επίσης στην πρόταση - διάγραμμα μιας νέας δομής για τη διοίκηση και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΕΤΑΚ) με στόχο την αυξημένη αποτελεσματικότητα.

«Η συνταγή για έξοδο από την κρίση, μέσω βιώσιμης ανάπτυξης, περιλαμβάνει επικέντρωση στην ποιοτική έρευνα και αριστεία, και στην καλλιέργεια συνεργειών μεταξύ εκπαίδευσης, ερευνητικής κοινότητας και επιχειρηματικότητας», επισήμανε ο κ. Κριμιζής.

Την περίοδο 2004-09, η ένταση Έρευνας και Καινοτομίας στην Ελλάδα ανήλθε σε 0,58% του ΑΕΠ, έναντι 1,84% του ΑΕΠ στην ΕΕ των «27», 2,61% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και 3,39% του ΑΕΠ στην Ιαπωνία.

Επιπροσθέτως, ο καθηγητής προσέθεσε ότι ο ελληνισμός διαθέτει περίπου το 3% των επιστημόνων κορυφαίας εμβέλειας παγκοσμίως, ενώ ο πληθυσμός της Ελλάδας ή των Ελλήνων διεθνώς αντιστοιχεί μόνο στο 0,15% ή 0,20% από τα 6,92 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη.

Παρά τη σημαντική παραγωγή Ελλήνων επιστημόνων, το 85% εκείνων με ισχυρή επιρροή (σύμφωνα με διεθνείς δείκτες) δεν βρίσκεται στην Ελλάδα, σημείωσε ο κ. Κριμιζής.

Τη δημιουργία του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας ανέδειξε κατά την ομιλία του ο αναπληρωτής υπουργός έρευνας και καινοτομίας Κώστας Φωτάκης ως την απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης στον τομέα του R&D «μέσα σε κατεπείγουσες συνθήκες κρίσης».

Όπως είπε, το ΕΙΕΚ είναι κάτι σαν το αμερικάνικο ΝSF ή το Deef Geosyst από τη Γερμανία, για τη διαχείριση πόρων ενός ταμείου εστιασμένου στη στήριξη δράσεων έρευνας και καινοτομίας.

«Οι πόροι αυτοί από πού θα προέρχονται; Προέρχονται από ένα μείγμα δημόσιων και ιδιωτικών πόρων, κατ΄ αρχήν από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, που έχει πενιχρούς διαθέσιμους πόρους αυτή τη στιγμή, που μοχλεύονται με πόρους που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων με ιδιαίτερα καλούς όρους δανεισμού», σημείωσε ο κ. Φωτάκης.

Ο κ. Φωτάκης κατέδειξε τον ρόλο της Πολιτείας ως «διευκολυντή» δημιουργίας ευκαιριών, «υποστηρικτή» και «ρυθμιστή» για την υλοποίηση όσων δεν μπορεί να κάνει ο ιδιωτικός τομέας, καθώς και «εμπνευστή» εμβληματικών πρωτοβουλιών σε αναδυόμενους τομείς μεγάλης προστιθέμενης αξίας (π.χ. πολιτισμός, πολιτιστική κληρονομιά, επιστήμη και τεχνολογία), θεωρώντας τους ανθρώπους ως το σημαντικότερο κεφάλαιο της χώρας.

Συγκεκριμένα, κατά το διάστημα 2007-2013 (7o ΠΠ) οι Έλληνες ερευνητές κατάφεραν να προσελκύσουν σε ανταγωνιστική βάση Ε 1,09 δις €, ενώ 5 ελληνικά Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ) βρίσκονται ανάμεσα στα 50 καλύτερα της Ευρώπης όσον αφορά τις επιδόσεις τους στον ΟΡΙΖΟΝΤΑ 2020.

Στο πλαίσιο αυτό, επεσήμανε την ανάγκη για άμεση ανάληψη μέτρων που αφορούν την αναχαίτιση της μονόδρομης φυγής επιστημόνων στο εξωτερικό και την ενθάρρυνση αμφίδρομης κινητικότητας, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι η χρηματοδότηση της έρευνας δεν αποτελεί δαπάνη αλλά επένδυση.

Τα χαρακτηριστικά του νέου αναπτυξιακού νόμου περιέγραψε o γενικός γραμματέας στρατηγικών και ιδιωτικών επενδύσεων Λόης Λαμπριανίδης, υπό την επισήμανση ότι οι συνολικές επενδύσεις των τριών τελευταίων αναπτυξιακών νόμων, που ανέρχονται σε 38 δις, αποτελούν το 7% του συνολικού Ακαθάριστου Σχηματισμού Πάγιου Κεφαλαίου στην οικονομία μεταξύ 1998 και 2014 (χωρίς τις επενδύσεις σε κατοικία, το ποσοστό ανέρχεται στο 13,2%).

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Λαμπριανίδης ανέφερε ότι ο νέος αναπτυξιακός νόμος θέτει πλαφόν στο ύψος της ενίσχυσης που μπορεί να λάβει ένα επενδυτικό σχέδιο για να επιτευχθεί διασπορά των ωφελούμενων από τις κρατικές ενισχύσεις και προβλέπει ειδικές κατηγορίες ενίσχυσης: εξωστρέφεια, συγχωνεύσεις, αύξηση απασχόλησης, 2 κλάδους (ΤΠΕ – αγροτοδιατροφικό σύμπλεγμα), λιγότερο ευνοημένες περιοχές, οργανωμένους υποδοχείς.

Επίσης, χρησιμοποιεί νέα χρηματοδοτικά εργαλεία (funds) και η ενίσχυση γίνεται πρωτίστως με φοροαπαλλαγές (45% συνόλου ενισχύσεων) «καθώς μέσω αυτών ενισχύουμε πλέον και κυρίως την απόδοση και όχι όπως  ίσχυε μέχρι σήμερα, την ύπαρξη δαπανών ανεξαρτήτως τελικού αποτελέσματος (95% ήταν επιχορηγήσεις)».

Παράλληλα, σύμφωνα με τον κ. Λαμπριανίδη, προκειμένου οι ενισχύσεις που παρέχονται με το κίνητρο της φοροαπαλλαγής (100%) να είναι ισοδύναμες με τις ενισχύσεις της επιχορήγησης, τα ποσά των επιχορηγήσεων ορίζονται στο 70% του ανώτερου επιτρεπόμενου ποσοστού του ΧΠΕ.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι στην Ελλάδα τα τελευταία 6 χρόνια υπήρξε μια τεράστιας κλίμακας αποεπένδυση και προκειμένου να υπάρξει επαναφορά του επιπέδου του παγίου κεφαλαίου της ιδιωτικής οικονομίας στα επίπεδα του 2009 «εκτιμάται ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες ανέρχονται σε 79 δις».

«Δε φτάνει η αξιολόγηση (σ.σ. του προγράμματος)», ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κωστής Χατζηδάκης, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η ανάπτυξη «δε θα έρθει με ευχές και με προσευχές, θα έρθει με επενδύσεις».

Ειδικότερα, μίλησε για την ανάγκη ιδιωτικών επενδύσεων, επισημαίνοντας ότι «τα διαθέσιμα εργαλεία του κράτους, όπως το ΕΣΠΑ και το ΕΤΕΑΝ, μπορούν να βοηθήσουν για το 1/6 της προσπάθειας.

«Τα υπόλοιπα 5/6 θα πρέπει να γίνουν από ιδιώτες», πρόσθεσε ο κ. Χατζηδάκης, μιλώντας για «μάχη οπισθοφυλακών από τους υποστηρικτές του κρατισμού ότι το δημόσιο και πάλι θα μας σώσει για τις επενδύσεις».

Ο κ. Χατζηδάκης προέταξε το δίπτυχο «λιγότεροι φόροι, λιγότερες δαπάνες». Ως προϋπόθεση για την επιστροφή των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες από το εξωτερικό παρατήρησε το εξής: «Πρέπει να έχουμε μια άλλη αντίληψη από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία δεν  έχει κάνει τη στροφή που ορισμένοι ισχυρίζονται ότι κάνει». Πιο συγκεκριμένα, ο αντιπρόεδρος της ΝΔ μίλησε για «μια κυβέρνηση σε vertigo», καθώς «άλλο στροφή στην πραγματικότητα κι άλλο  ανώμαλη προσγείωση».

Σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Χατζηδάκης, το 2009 υπήρχε ένα εθνικό σκέλος δημοσίων επενδύσεων 4-5 δις το οποίο σήμερα βρίσκεται στα 750 εκατ. ευρώ: «Άρα, ο τέλειος επενδυτικός νόμος να έρθει, μην έχετε καμία αμφιβολία, όποιος και να’ ναι Υπουργός, όποιος και να’ ναι Γενικός Γραμματέας, θαύματα δε μπορεί να κάνει».

«Εκεί που μιλάγαμε για ανάπτυξη, 3%, 3,5% κάθε χρόνο, μιλάει πια η Κομισιόν φυσικά για ύφεση. Δείτε την αποτίμηση που έκανε των τελευταίων 15 μηνών το Lisbon Council το οποίο εν πάση περιπτώσει ξέρετε ότι δεν είναι όργανο τη Νέας Δημοκρατίας και το οποίο μίλησε για κόστος 45 δις ευρώ», συμπλήρωσε ο κ. Χατζηδάκης.

Η ύφεση συνεχίζει να τρώει τα σωθικά της χώρας, με ευθύνη των ίδιων των Ελλήνων, που ενώ τα ήξεραν όλα πειραματίστηκαν, ψηφίζοντας υποτιθέμενες μαγικές λύσεις, διεμήνυσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Ανδρέας Λοβέρδος.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προέβλεπε ανάπτυξη 2,9% για το 2015, ενώ ανάπτυξη 3,7% για το 2016, αλλά δρόμος αυτός διακόπηκε με ευθύνη των ίδιων των Ελλήνων, πολιτικών και πολιτών, και σήμερα ξανακάνουμε την ίδια διαδρομή που κάναμε από το 2011 και μετά, σημείωσε ο κ. Λοβέρδος.

Στη συνέχεια, προχώρησε σε τέσσερεις παραδοχές:

• Η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη  αποτελούν πρωτίστως θέμα της Ελλάδας και δευτερευόντως θέμα εξεύρεσης κεφαλαίων απο ΕΣΠΑ κοκ.

• Η οικονομία πρέπει αμέσως να απελευθερωθεί από τη γραφειοκρατία, δίχως να έχει την πολυτέλεια να περιμένει στρατηγικές αλλαγές στη διοίκηση και τη δικαιοσύνη.

• Για να αρθούν τα γραφειοκρατικά εμπόδια στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα, πρέπει να εφαρμοστούν αστραπιαία πολιτικές, στο πρώτο εξάμηνο έκαστης νέας διακυβέρνησης.

• Οι αναπτυξιακοί νόμοι δεν λύνουν τα προβλήματα. Πέραν ορισμένων διαδικαστικών θεμάτων που επιλύουν, κατά βάση  αποτελούν θεμέλιο διαφθοράς και γραφειοκρατίας. Ένας μόνο  αναπτυξιακός νόμος λειτούργησε: αυτός του 1953, που δεν ξεπερνούσε τις 3.5 σελίδες.

Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσίασε τις εξής προτάσεις:

1. Η λειτουργία της κυβέρνησης πρέπει να προσλάβει μορφές έκτακτης ανάγκης. Δύο κυβερνητικά συμβούλια υπό τον πρωθυπουργό λύνουν σε εβδομαδιαία βαση όλα τα προβλήματα που σχετίζονται με τη γραφειοκρατία και τη διοικητική αδεξιότητα.

2. Κατάργηση όλων των προληπτικών ελέγχων στις αδειοδοτήσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων. Ελάχιστες εξαιρέσεις θα συγχωρούνται μόνο για θέματα υγείας και προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.

3. Κατάργηση της αδειοδότησης των οικονομικών δραστηριοτήτων, κατά την ανωτέρω λογική.

4. Διαμόρφωση  ειδικού καθεστώτος για τη δικαστική διαχείριση των υποθέσεων με οικονομικό-επενδυτικό περιεχόμενο. Υπάρχει χρήσιμη εμπειρία ως προς το θέμα αυτό.

5. Αλλαγές στη λειτουργία του Ελεγκτικού συνεδρίου, ώστε να εξαφανιστούν οι καθυστερήσεις που αυτό προκαλεί στην πληρωμή των προμηθευτών του Δημοσίου.

6. Διαμόρφωση νέου πτωχευτικού δικαίου, ώστε να δίνεται στους δεκάδες χιλιάδες πτωχούς, δηλαδή οικονομικά νεκρούς πολίτες, μια δεύτερη ευκαιρία, όπως συμβαίνει σε όλες τις προηγμένες χώρες.

7. Λειτουργία της Διοίκησης μέσω ομάδων έργων και παραμερισμός της, εχθρικής προς τις επενδύσεις, ηγεσία της σημερινής Διοίκησης, μέσω και της ανόδου στην ηγεσία των στελεχών της που μπήκαν στο Δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ.

«Πανευρωπαϊκά, βάσει του Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI) το 2016 η Ελλάδα βρισκόταν στην 26η από τις 28 θέσεις. Είμαστε μόλις στην 27η για τις ολοκληρωμένες δημόσιες e-υπηρεσίες», παρατήρησε ο βουλευτής Χάρης Θεοχάρης.

Στο πλαίσιο αυτό, εξέφρασε την άποψη ότι χρειάζονται θεσμική ανασυγκρότηση «μέσω πραγματικής διάκρισης των εξουσιών και περιορισμό της παντοδυναμίας της εκτελεστικής εξουσίας», ανοιχτά δεδομένα «που όχι μόνο θα δώσουν ώθηση στην πραγματική οικονομία, αλλά θα ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία» και αύξηση της συμμετοχικότητας των πολιτών «από την πρόσβαση στην πληροφορία έως τις διαδικασίες λογοδοσίας σε όλα τα επίπεδα διοίκησης».

Επίσης, απλοποίηση του νομικού πλαισίου: «επιτέλους κωδικοποίηση της νομοθεσίας και αλλαγή της διαδικασίας διαβούλευσης των σχεδίων νόμων η οποία σήμερα λειτουργεί σχεδόν προσχηματικά», καθώς και απλοποίηση του δημοσίου «με υιοθέτηση οργανογραμμάτων που να μπορούν να αλλάζουν με απόφαση γενικών γραμματέων ανάλογα τις ανάγκες και τα νέα δεδομένα αλλά και επιλογές ΓΓ εσωτερικά από τη Δημόσια Διοίκηση με διαδικασίες σαν του ΑΣΕΠ (χωρίς να αποκλείονται οι ιδιώτες)».

Σύμφωνα με τον κ. Θεοχάρη, «το βασικότερο πρόβλημα είναι ο εναγκαλισμός δημόσιας διοίκησης και πολιτικού συστήματος: η διοίκηση και τελικά το κράτος ελέγχεται από τα κόμματα (από όλα, όχι μόνο όσα είναι στην κυβέρνηση) και λειτουργεί χάριν των κοινωνικών ομάδων που τα υποστηρίζουν.

Ο ίδιος παρατήρησε πως η Ελλάδα φαίνεται να μένει πίσω στα θέματα ψηφιακής οικονομίας, παρά το γεγονός ότι «μεταξύ 1996-2016 εφαρμόστηκαν τρία κοινοτικά προγράμματα για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και τη διοικητική μεταρρύθμιση με προϋπολογισμό περίπου 7 δις (στο νέο ΕΣΠΑ πολλά εκατομμύρια θα δοθούν επίσης στις δράσεις αυτές».

«Με τέτοια επίπεδα φορολογίας δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος, είτε στην ψηφιακή, είτε στην παραδοσιακή οικονομία. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις σύντομα θα καταστούν είδος προς εξαφάνιση στην Ελλάδα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κωνσταντίνος Μίχαλος, σημειώνοντας ότι το συνολικό βάρος για τις επιχειρήσεις έχει αγγίξει πλέον το 52% του συνολικού τους εισοδήματος.

Σύμφωνα με τον κ. Μίχαλο, η Ελλάδα μπορεί να στοχεύσει στη δημιουργία 500.000 νέων θέσων εργασίας, ειδικά για νέους εργαζόμενους, στα πεδία των νέων τεχνολλογιών, ψηφιακών δεξιοτήτων και τεχνολογικής πληροφορίας. Ωστόσο, υπογράμμισε πως ο επιχειρηματικός τομέας στη χώρα κάνει την ελάχιστη χρήση της δυναμικής που απορρέει από τη ψηφιακή οικονομία. Μεταξύ άλλων, ανέφερε πως το 97% των χρηστών στην Ελλάδα χρησιμοποιεί συνδέσεις πιο αργές των 30 Mbps.

«Το κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα είναι πολύ περίπλοκο και ανίκανο να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην τεχνολογία και την αγορά», ανέφερε ο κ. Μίχαλος. Ο ίδιος επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία περισσότερο από το 1/5 του ΑΕΠ (22,5%) στις παγκόσμιες ώριμες αγορές παράγεται από την ψηφιακή οικονομία, η οποία έως το 2020 θα αντιστοιχεί στο 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Επίσης έως το 2020, το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού θα χρησιμοποιεί smarthphones, αντιστοιχώντας σε περισσότερες από 6 δις συνδρομές.

Ο ίδιος επικαλέστηκε μελέτη του ΙΟΒΕ σύμφωνα με την οποία μια αύξηση της χρήσης ανοικτών δεδομένων στην Ελλάδα, της τάξης του 100%, θα οδηγούσε –ceteris paribus- στη δημιουργία περισσότερων από 6.000 νέων επιχειρήσεων, βελτιώνοντας την κατάταξη της χώρας κατά 25 θέσεις σε όρους ανταγωνιστικότητας και κατά 33 θέσεις σε όρους διαφάνειας.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο