Ολοκληρώθηκαν στο Hilton οι συνομιλίες μεταξύ κυβερνητικών αξιωματούχων και των κλιμακίων των δανειστών. Σύμφωνα με ενημέρωση ανώτερου κυβερνητικού αξιωματούχου, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος αλλά παραμένουν σημεία διαφωνίας με το ΔΝΤ. Τα κλιμάκια αποχωρούν από την Αθήνα και φαίνεται ότι η διαπραγμάτευση θα μεταφερθεί σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Εντωμεταξύ, οξύνεται το κλίμα αβεβαιότητας στην οικονομία, ενώ στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ εντείνεται η ανησυχία για το πολιτικό πρόσημο των μέτρων.

Πρόοδος αλλά και διαφωνίες

Μετά το πέρας των συνομιλιών στο Hilton, ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος παρατήρησε ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδο προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης «ενός ισορροπημένου πακέτου μέτρων» μετά το πρόγραμμα. Προσέθεσε ότι οι διαβουλεύσεις θα συνεχιστούν μέσω τηλεδιασκέψεων την ερχόμενη εβδομάδα, ενώ όπως τόνισε τρία είναι τα κυρίως μέτωπα που παραμένουν ανοιχτά:

  • Το μέγεθος του πακέτου μέτρων
  • Η μορφή που θα έχουν τα αντίμετρα
  • Τα εργασιακά

ΔΝΤ: Πρόοδος αλλά και διαφορές

Από τη μεριά του ΔΝΤ, ο εκπρόσωπος του Ταμείου ο εκπρόσωπος του Ταμείου Τζέρι Ράις, στο σημερινό briefing στους δημοσιογράφους είπε ότι «υπάρχει ακόμη δουλειά να γίνει», καθώς και ότι «είναι πολύ νωρίς να υποθέσει κάποιος πότε θα υπάρξει συμφωνία».

Ο κ. Ράις υπογράμμισε ότι έχει σημειωθεί «πρόοδος σε σημαντικούς τομείς», αλλά παραμένουν οι διαφωνίες σε άλλα θέματα.

Τα κλειδιά της συμφωνίας

Σύμφωνα με πληροφορίες, τα κλειδιά που θα «ξεκλειδώσουν» τη συμφωνία είναι η μείωση του ΕΝΦΙΑ και οι αλλαγές στα εργασιακά. Η κυβέρνηση θεωρεί εκ των ων ουκ άνευ τη μείωση του ΕΝΦΙΑ για να καταστεί η συμφωνία κοινωνικά «φιλική» και πολιτικά διαχειρίσιμη. Ωστόσο, το ΔΝΤ αντιδρά σθεναρά.

Για τα εργασιακά, το ΔΝΤ επιμένει ότι το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» δεν ισχύει για τις χώρες που είναι σε πρόγραμμα –δηλαδή, δεν γίνεται να επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις πριν τον Αύγουστο του 2018 οπότε λήγει τυπικά το Μνημόνιο. Το Ταμείο κάνει μάλιστα ρελάνς στην κυβέρνηση, απαιτώντας αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων και θεσμοθέτηση του λοκ-άουτ. Η κυβέρνηση θέλει να επαναφέρει τις συλλογικές συμβάσεις από 1/1/2018 ή τουλάχιστον να μην περάσουν αρνητικές αλλαγές για τους εργαζόμενους όπως η αύξηση του ορίου ομαδικών απολύσεων.

Σε ό,τι αφορά το ύψος των μέτρων, το 2% θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο, με μια πιθανότητα για ένα μικρό σκόντο. Τα 5.900 ευρώ είναι και το πιο πιθανό ύψος του νέου αφορολόγητου ανά άτομο, ενώ έχει συμφωνηθεί η μείωση το φορολογικού συντελεστή για τις επιχειρήσεις. Παραμένει η διαφωνία στο αν οι συντάξεις θα περικοπούν εφάπαξ ή η περικοπή επιμεριστεί σε ετήσιες δόσεις.

Όλα δείχνουν ότι η διαπραγμάτευση μεταφέρεται πλέον σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Το ζήτημα πλέον είναι αν οι επικεφαλής των δανειστών θα δεχτούν τα αιτήματα της κυβέρνησης ώστε να καλυφθούν οι τελευταίες εκκρεμότητες της Αξιολόγησης.

Αβεβαιότητα στην οικονομία

Εντωμεταξύ, τα νέα από την οικονομία δεν είναι καλά. Η αναθεώρηση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ «έβγαλε» οριακή ύφεση για το 2016, πράγμα που απασχόλησε ιδιαίτερα τα ΜΜΕ. Στην ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ θα έπρεπε ίσως να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή σε ένα επιμέρους στοιχείο: Οι ιδιωτικές επενδύσεις (ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου) μειώθηκαν 13,8% το δ' τρίμηνο του 2016. Δηλαδή, επικρατεί επενδυτική άπνοια.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι ο δείκτης οικονομικού κλίματος (στοιχεία ΙΟΒΕ) επιδεινώθηκε τον Φεβρουάριο  (92,9  μονάδες βάσης από 95,1 τον Ιανουάριο). Πρόκειται για τη  μεγαλύτερη μηνιαία πτώση τους τελευταίους 12 μήνες, αδιάψευστη ένδειξη της οικονομικής αβεβαιότητας.

Ανησυχία στον ΣΥΡΙΖΑ

Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ επικρατεί ανησυχία για το πολιτικό πρόσημο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας με τους δανειστές. Σύμφωνα με ηγετικό στέλεχος του κόμματος, «το ερώτημα του κόσμο είναι πώς μπορεί να χαμηλώνουμε το αφορολόγητο και την ίδια στιγμή να μειώνουμε το φόρο στις επιχειρήσεις». Το πρόβλημα, δηλαδή, είναι ότι ακόμα και αν ισχύει το «1 ευρώ αντισταθμιστικών για κάθε ευρώ περικοπών», το σύνολο του ποσού δεν διοχετεύεται στους πιο αδύναμους οικονομικά. Τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται αντιμέτωπα μεν την αντίφαση μιας αριστερής κυβέρνησης που εξαναγκάζεται να ακολουθήσει μια φορολογική πολιτική με την (κάθε άλλο παρά αριστερή) σφραγίδα του ΔΝΤ.