ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Kομισιόν για Ελληνικό: Μνημονιακή δέσμευση η επένδυση

Δημοσίευση 5 Οκτωβρίου 2017, 12:45 / Ανανεώθηκε 5 Οκτωβρίου 2017, 16:37
Kομισιόν για Ελληνικό: Μνημονιακή δέσμευση η επένδυση
Facebook Twitter Whatsapp

Πονοκέφαλος η προσφυγή κατοίκων στο ΣτΕ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Θέση στο ζήτημα του Ελληνικού πήρε η Κομισιόν, μη αφήνοντας περιθώρια… παρερμηνείας. «Η επένδυση είναι μνημονιακή δέσμευση», ανέφερε εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξετάζουν την απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, σχετικά με το Ελληνικό, ανέφερε σήμερα ο εκπρόσωπος της Επιτροπής.

«Οι ελληνικές Αρχές δεσμεύτηκαν στο πλαίσιο του Μνημονίου να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την προώθηση της αναδιάρθρωσης του Ελληνικού, το οποίο αποτελεί βασικό επενδυτικό σχέδιο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και ανάπτυξης» πρόσθεσε ο ίδιος εκπρόσωπος.

Ικανοποίηση αρχαιολόγων για τις γνωμοδοτήσεις του ΚΑΣ

«Η ομόφωνη βούληση των μελών του ΚΑΣ (με διαφοροποίηση μόνο ως προς τα όρια) για την κήρυξη ενιαίου αρχαιολογικού χώρου στους Δήμους Ελληνικού-Αργυρούπολης και Αλίμου, όπου συμπεριλαμβάνεται και τμήμα της έκτασης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, αποτελεί δικαίωση που επιβεβαιώνει την πίστη στους θεσμούς, την τήρηση του νόμου και την προάσπιση του κύρους του ΚΑΣ ως επιστημονικού συλλογικού οργάνου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, που όλα μαζί διασφαλίζουν την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς».

Τα παραπάνω αναφέρει ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ), εκφράζοντας την ικανοποίησή του για τις γνωμοδοτήσεις του ΚΑΣ ως προς το Ελληνικό και συμπληρώνοντας ότι η βούληση αυτή «εμπεδώνει την ανάγκη για ίση μεταχείριση όλων των επενδυτών και πολιτών από τον νόμο».

«Πρόκειται για μία υπόθεση που εκκρεμούσε 3 ολόκληρα χρόνια στο ΥΠΠΟΑ. Η κήρυξη, στην οποία κατέληξε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (νεκροταφείο, λόφος Χασάνι κλπ), συμπληρώνεται από την παλαιότερη κήρυξη του αρχαιολογικού χώρου της χερσονήσου του Αγίου Κοσμά και από τους όρους προστασίας των αρχαιοτήτων που έθεσε το ΚΑΣ ως όρους στην έγκριση του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ)» σημειώνει ο ΣΕΑ, πληροφορώντας ότι «σύμφωνα με τις πληροφορίες πρόκειται για τους παρακάτω όρους: μη δόμηση στη χερσόνησο του Αγίου Κοσμά, όπου εκτείνεται ο πρωτοελλαδικός οικισμός και άλλες αρχαιότητες, η προστασία του αρχαίου λατομείου (που έμεινε εκτός ορίων κήρυξης) με την συμπερίληψή του σε ελεύθερο χώρο πρασίνου, η μεταφορά του ταφικού μνημείου σε σχήμα Π στην αρχική του θέση (περιοχή πρώην ανατολικού αεροδιαδρόμου) σε ελεύθερο χώρο πρασίνου, η επανεξέταση του ύψους των ψηλών κτιρίων και βέβαια η αρχαιολογική παρακολούθηση των εκσκαφικών εργασιών σε όλη την έκταση του πρώην αεροδρομίου στη βάση τροποποιημένου Μνημονίου συναντίληψης και συνεργασίας».

«Όλα τα παραπάνω συνιστούν πραγματική προστασία των αρχαιολογικών καταλοίπων στην περιοχή του πρώην αεροδρομίου, ενώ καθιστούν ανενεργό τον πρωτοφανή όρο της σύμβασης που προέβλεπε να αποζημιωθεί ο επενδυτής (!) από το ελληνικό δημόσιο σε περίπτωση εύρεσης αρχαιοτήτων. Αποτελούν επίσης την καλύτερη απάντηση σε όσους τόσον καιρό λοιδωρούσαν την Αρχαιολογική Υπηρεσία, συκοφαντούσαν την εργασία και την αφοσίωση των αρχαιολόγων στην τήρηση της νομιμότητας και στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς» λέει ο ΣΕΑ, καταλήγοντας ότι «ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τη νομιμότητα και την πολιτιστική κληρονομιά, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τα μικρά ή μεγάλα συμφέροντα που συνασπίζονται για να την πλήξουν. Αναμένουμε από όσους όλο το προηγούμενο διάστημα ζητούσαν τη μη τήρηση της νόμιμης διαδικασίας ή ανέλαβαν την πολιτική πρωτοβουλία για την προσπάθεια παράκαμψης του αρχαιολογικού νόμου, να αναλογιστούν τις ευθύνες τους και να ανακρούσουν πρύμνα».

Η προσφυγή στο ΣτΕ

Ωστόσο, φαίνεται πως δεν έχουν τέλος τα εμπόδια της επένδυσης στο Ελληνικό, καθώς η απόφαση του ΚΑΣ δεν έλυσε όλα τα προβλήματα.

Ο νέος «σκόπελος» που έχουν να αντιμετωπίσουν οι αρμόδιοι της επένδυσης αφορά το ζήτημα του μη χαρακτηρισμού ως διατηρητέων των νεώτερων μνημείων στην περιοχή του πρώην αεροδρομίου.

Συγκεκριμένα, χθες, το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Αθανάσιο Ράντο και εισηγητή τον πάρεδρο Χρήστο Παπανικολάου συζήτησε την αίτηση 10 κατοίκων των Δήμων Ελληνικού – Αργυρούπολης, Αλίμου και Γλυφάδας, οι οποίοι είναι μέλη της Επιτροπής Αγώνα για το Μητροπολιτικό Πάρκο Ελληνικού, μεταξύ των οποίων η ομότιμη καθηγήτρια Ε.Μ.Π. Ελένη Πορτάλιου, η πρώην βουλευτής Β’ Αθηνών και αναπληρώτρια υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης  Νάντια-Όλγα Βαλαβάνη κ.ά.

Οι προσφεύγοντες ζητούν να ακυρωθεί η απόφαση  της υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού με την οποία δεν χαρακτηρίζονται  διατηρητέα νεώτερα μνημεία, συγκεκριμένα κτίρια στην περιοχή του πρώην Αεροδρομίου του Ελληνικού.

Πρόκειται για το αρχικό κτίριο του πρώην Δυτικού Αεροσταθμού, τον παλαιό  Πύργο  Ελέγχου και το ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας συγκρότημα πέντε κτηρίων του πρώην Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων (της δεκαετίας του 1930).

Μεταξύ άλλων υποστηρίζουν ότι η επίμαχη απόφαση ήταν πλημμελής και εσφαλμένη. Ακόμη, επισήμαναν ότι παραβιάζεται πολλαπλά η νομοθεσία  για τα διατηρητέα νεώτερα κτίρια και τις αρχαιότητες (νόμος 3028/2002), ενώ τόνισαν ότι είναι πλημμελής και εσφαλμένης αιτιολογία της επίμαχης υπουργικής  με την οποία δεν χαρακτηρίζονται  τα κτίρια ως διατηρητέα.

Από την άλλη πλευρά οι συνήγοροι της LAMDA DEVELOPMENT, του ΤΑΙΠΕΔ και του Ελληνικού Δημοσίου υποστήριξαν ότι οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις δεν είναι τόσο σημαντικές ώστε να δικαιολογούν το χαρακτηρισμό τους ως διατηρητέα κτίρια. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αναμένεται τους επόμενους μήνες.

Τι απαντά η Lamda Development

Από την πλευρά της, η Lamda Development, ζητεί επίσημη ενημέρωση για το ακριβές περιεχόμενο των αποφάσεων. Υποστηρίζει πως αφού μελετήσει τις αποφάσεις και τα διαγράμματα που θα τις συνοδεύουν, θα είναι σε θέση να εκτιμήσει τις επιπτώσεις στο Master Plan και στο Επιχειρηματικό Σχέδιο, παραμένοντας προσηλωμένη στα υπογεγραμμένα και κυρωμένα από το κοινοβούλιο συμβατικά κείμενα.

Τέλος, η Lamda Development σημειώνει ότι «η προσπάθεια ανάδειξης των αρχαιολογικών ευρημάτων περιλαμβάνεται από την αρχή στις δεσμεύσεις της εταιρείας και επιπλέον προβλέπεται και θεσμικά τόσο από τους σχετικούς νόμους, όσο και από το Μνημόνιο συνεργασίας με το υπουργείο Πολιτισμού, ανεξάρτητα από τις όποιες αποφάσεις οργάνων της Πολιτείας».