ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Έρευνα ΓΣΕΒΕΕ: 1 στα 2 νοικοκυριά δεν μπορεί να «βγάλει» τον μήνα

Δημοσίευση 6 Μαρτίου 2019, 11:00 / Ανανεώθηκε 6 Μαρτίου 2019, 11:11
Έρευνα ΓΣΕΒΕΕ: 1 στα 2 νοικοκυριά δεν μπορεί να «βγάλει» τον μήνα
Facebook Twitter Whatsapp

Δεν επαρκούν η αύξηση του κατώτατου μισθού και τα επιδόματα αναφέρει η ΓΣΒΕΕ, ζητώντας τη δημιουργία ενός φιλικού προς τις επιχειρήσεις περιβάλλοντος και την αποτελεσματικότερη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου.

Απαιτούνται πολιτικές ενίσχυσης των εισοδημάτων των νοικοκυριών, που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας, άρα δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και νέου πλούτου.

Αυτό σημειώνει η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος με αφορμή τη φετινή έρευνα του Ινστιτούτου Μικρομεσαίων της συνομοσπονδίας για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών.

Από τα ευρήματα της έρευνας καταγράφεται μια βελτίωση στους περισσότερους από τους δείκτες προσδιορισμού της κατάστασης των νοικοκυριών, γεγονός που ακολουθεί την γενικότερη βελτίωση που καταγράφουν οι κύριοι δείκτες της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται, είναι εμφανείς οι επιπτώσεις από την 10ετή οικονομική κρίση και την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης που επιλέχθηκε ως μέτρο αντιμετώπισης της κρίσης χρέους της ελληνικής οικονομίας.

Έτσι και παρά την βελτίωση των δεικτών της έρευνας εισοδήματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ διαπιστώνονται τα ακόλουθα που, όπως αναφέρεται, θα πρέπει να προβληματίσουν την ελληνική κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα :

* 3 στα 10 νοικοκυριά διαβιούν με ετήσιο εισόδημα λιγότερο από 10.000 ευρώ

* για 1  στα 2 νοικοκυριά το μηνιαίο εισόδημα δεν επαρκεί για όλο τον μήνα

* 9 στα 10 νοικοκυριά δεν μπορούν να αποταμιεύσουν

* 2 στα 10 νοικοκυριά έχουν τουλάχιστον 1 άνεργο μέλος

* για 1 στα 2 νοικοκυριά η κύρια πηγή εισοδήματος είναι η σύνταξη

* περισσότερα από 2 στα 10 νοικοκυριά έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία ή τις τράπεζες.

Με βάση αυτά τα βασικά ευρήματα για την έξοδο των νοικοκυριών από τον κίνδυνο φτώχειας, όπως αναφέρεται, απαιτούνται πολιτικές ενίσχυσης των εισοδημάτων τους, που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας, άρα δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και νέου πλούτου. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνονται τα εξής:

* Η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού ανταποκρίνεται στην παραπάνω ανάγκη. Ωστόσο η αύξηση αυτή δεν θα έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα εάν δεν συνοδευτεί με κάποια επιπρόσθετα μέτρα που: α) επηρεάζουν το τελικό καθαρό μισθό και β) επηρεάζουν την επιχειρηματική συμπεριφορά εν γένει. Ως προς το πρώτο, παρόλο που δεν είναι άμεσης προτεραιότητας, απαιτείται η κατάργηση της μείωσης του αφορολόγητου που έχει προβλεφθεί να ισχύσει από το 2020. Σημειώνουμε ότι το μέτρο αυτό δεν θα επηρεάσει μόνο τους κατώτατους μισθούς αλλά συνολικά τους μισθούς, καθώς όλοι οι μισθωτοί θα υποστούν την σχετική μείωση στα εισοδήματα τους. Ως προς το δεύτερο, που είναι άμεσης προτεραιότητας, σχετίζεται με το τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των μη μισθωτών. Δεδομένου ότι οι ασφαλιστικές εισφορές των μη μισθωτών υπολογίζονται με βάση τον εκάστοτε κατώτατο μισθό η πρόσφατη αύξηση του οδηγεί και σε επαύξηση της κατώτατης ασφαλιστικής εισφοράς των μη μισθωτών, κάτι που ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης μπορεί να επηρεάσει λιγότερο ή περισσότερο την επιχειρηματική δραστηριότητα και συμπεριφορά. Ως εκ τούτου θα πρέπει άμεσα το ζήτημα αυτό να διευθετηθεί. Σημειώνουμε επίσης ότι η μη διευθέτηση του μπορεί να επηρεάσει και τις μελλοντικές διαβουλεύσεις για το ύψος του κατώτατου μισθού.

* Σε κάθε περίπτωση η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν επαρκεί για την ικανοποιητική αύξηση των εισοδημάτων και την δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Διαχρονικό ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός φιλικού προς τις επιχειρήσεις περιβάλλοντος και η αποτελεσματικότερη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου. Η επιχειρηματική ανάπτυξη δεν μπορεί να συντελεστεί σε συνθήκες υπερφορολόγησης, έλλειψης χρηματοδότησης και υψηλού γραφειοκρατικού και διοικητικού κόστους συμμόρφωσης. 

* Επιπλέον, οι επιδοματικές πολιτικές που έχουν υιοθετηθεί (κοινωνικό μέρισμα, κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης) αν και όπως φαίνεται από τα ευρήματα της έρευνας έχουν κατευθυνθεί προς τα νοικοκυριά που τα είχαν περισσότερο ανάγκη, δεν επαρκούν για να καλύψουν το εισοδηματικό χάσμα και παράλληλα προϋποθέτουν την δημιουργία υπερπλεονασμάτων για την εξεύρεση των σχετικών πόρων. Αυτό φαίνεται πως εξαντλεί συνολικά την ελληνική οικονομία και της αφαιρεί την όποια δυνατότητα δημιουργίας προϋποθέσεων βιώσιμης και μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης. 

* Με βάση αυτά, εκτιμά η ΓΣΕΒΕΕ ότι, είναι δύσκολο να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις αντιστροφής της υψηλής εξάρτησης των μισών περίπου νοικοκυριών από την σύνταξη ως κύριας πηγής εισοδήματος.  Οι συντάξεις που τα τελευταία χρόνια έχουν λάβει χαρακτηριστικά στοιχεία υποκατάστατου κοινωνικής προστασίας για την  αντιμετώπιση της φτώχειας, εάν δεν συγκρατηθούν μέσα από την διεύρυνση της ασφαλιστικής και φορολογικής βάσης, θα συμπιέζουν περαιτέρω την δημοσιονομική πολιτική.  Εάν συμπεριλάβουμε σε αυτά και το δημογραφικό πρόβλημα που επιδεινώνεται χρόνο με το χρόνο προδιαγράφεται μια ζοφερή κατάσταση.

* Επιπλέον, η αδυναμία των ελληνικών νοικοκυριών να αποταμιεύσουν αντανακλά και τις χαμηλές τους προσδοκίες για το μέλλον, αφαιρώντας παράλληλα ένα μέρος των κεφαλαίων που χρειάζονται οι τράπεζες για χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία.

* Επιπροσθέτως, στην έρευνα εισοδήματος καταγράφεται, αν και μειωμένο, ένα υψηλό ποσοστό  υπερχρεωμένων νοικοκυριών που βρίσκονται σε αδυναμία πληρωμής, τόσο ως προς την εξόφληση των φορολογικών τους υποχρεώσεων όσο και ως προς τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του τραπεζικών τους δανείων. Το αποτέλεσμα αυτό είναι κυρίως προϊόν της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή της μείωσης των εισοδημάτων χωρίς αντίστοιχη μείωση των φορολογικών ή/και δανειακών υποχρεώσεων. Ωστόσο και δεδομένου ότι η συντριπτική πλειοψηφία των οφειλετών οφείλουν μικρά ποσά προς την φορολογική διοίκηση, ενώ η ολοκλήρωση των προγραμμάτων στήριξης αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια άσκησης πολιτικής έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για την υιοθέτηση αποτελεσματικών μέτρων ρύθμισης οφειλών προς την εφορία και μέτρων για την προστασία της πρώτης κατοικίας.

«Γενικά, η ολοκλήρωση των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής και παρά τις πολυετείς δεσμεύσεις που ανέλαβε η χώρα, δίνει ένα περιθώριο προώθησης μιας περισσότερο ευέλικτης και προσαρμοσμένης πολιτικής στις ανάγκες των ελληνικών νοικοκυριών, σύμφωνα φυσικά με τις δημοσιονομικές δυνατότητες. Ωστόσο αυτό απαιτεί ένα πλαίσιο ευρύτερης συνεννόησης του πολίτικου προσωπικού της χώρας με στόχο την ενίσχυση και προώθηση της υγιούς επιχειρηματικότητας, στη βάση μιας ισχυρής αντιολιγοπωλιακής πολιτικής και ισότιμης συμμετοχής στην οικονομική ευημερία» καταλήγει η ΓΣΕΒΕΕ.