ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Καμπανάκι» ΕΕ: Σε κίνδυνο τα πλεονάσματα από τα θετικά μέτρα

Δημοσίευση 9 Ιουλίου 2019, 16:00 / Ανανεώθηκε 9 Ιουλίου 2019, 16:45
«Καμπανάκι» ΕΕ: Σε κίνδυνο τα πλεονάσματα από τα θετικά μέτρα
Photo: AFP/LOUISA GOULIAMAKI
Facebook Twitter Whatsapp

Πληθώρα συστάσεων για επενδύσεις, ανεργία, μεταφορές

Σαφή προειδοποίηση στη νέα κυβέρνηση ότι τα θετικά μέτρα που είχε ψηφίσει η απερχόμενη κυβέρνηση θέτουν σε κίνδυνο το στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα, απηύθυνε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στην έκθεσή της για το ευρωπαϊκό εξάμηνο.

«Η έγκριση αυτών των μέτρων θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, όπως παρακολουθείται βάσει του πλαισίου ενισχυμένης εποπτείας, ενώ επιπλέον τα νέα μέτρα εκτιμάται ότι έχουν δημοσιονομικό αντίκτυπο πάνω από 1% του ΑΕΠ το 2019 και τα επόμενα έτη», επισημαίνει το Συμβούλιο.

Παράλληλα, σημειώνει ότι τα νέα μέτρα αναμένεται να μειώσουν το διαρθρωτικό ισοζύγιο, εγείροντας ανησυχίες ως προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2020. Ωστόσο, το φθινόπωρο του 2019, θα πραγματοποιηθεί επαναξιολόγηση που θα περιλαμβάνει αναθεώρηση του εφαρμοστέου δείκτη αναφοράς για τον ρυθμό αύξησης των καθαρών δαπανών το 2020. Παρότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε καθοδική πορεία, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η συμμόρφωση με την τιμή αναφοράς για τη μείωση του χρέους. Αυτό θα πρέπει να επαναξιολογηθεί το φθινόπωρο, ως αποτέλεσμα των εν λόγω νεοεγκριθέντων μέτρων.

Διαβάστε ολόκληρη την έκθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου

Ειδικότερα για την Ελλάδα, το Συμβούλιο συνιστά να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1. Να επιτύχει βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη και να αντιμετωπίσει τις υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες, συνεχίζοντας και ολοκληρώνοντας τις μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τις μεταπρογραμματικές δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο του Eurogroup στις 22 Ιουνίου 2018.

2. Να επικεντρώσει την επενδυτική οικονομική πολιτική στους τομείς των βιώσιμων μεταφορών και της εφοδιαστικής, της περιβαλλοντικής προστασίας, της ενεργειακής απόδοσης, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των έργων διασύνδεσης, των ψηφιακών τεχνολογιών, της έρευνας και ανάπτυξης, της εκπαίδευσης, των δεξιοτήτων, της απασχολησιμότητας, της υγείας και της ανάπλασης των αστικών περιοχών, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ανισότητες και την ανάγκη διασφάλισης της κοινωνικής ένταξης.

Σε ό,τι αφορά το χρέος, σημειώνεται πως «παρότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε καθοδική πορεία, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η συμμόρφωση με την τιμή αναφοράς για τη μείωση του χρέους». «Αυτό θα πρέπει να επαναξιολογηθεί το φθινόπωρο ως αποτέλεσμα των εν λόγω νεοεγκριθέντων μέτρων», επισημαίνεται στο κείμενο των συστάσεων.

Συστάσεις για τις μεταρρυθμίσεις

Επιπρόσθετα στο κείμενο περιλαμβάνονται συστάσεις για μια σειρά από πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, αλλά και χρονίζοντα προβλήματα στης ελληνικής οικονομίας, όπως η ανεργία:  

  • Παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, το ελληνικό δικαστικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις και εμφανίζει αναποτελεσματικότητα. Μιλά για υπερβολικά πολύ χρόνο για την λήψη απόφασης και για καθυστερήσεις που «επιβαρύνουν την παραγωγικότητα των δικαστηρίων». Αναφέρει ότι «η περαιτέρω στοχοθετημένη δράση σε αυτόν τον τομέα είναι επομένως κρίσιμη, επίσης για να διευκολυνθεί η ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος καθώς και να συμβάλει στην απελευθέρωση του επενδυτικού δυναμικού» αφού συνδέεται με τις υποθέσεις πτώχευσης και υπαγωγής στον Ν. Κατσέλη.
  • Αρκετά χρόνια υπο-επενδύσεων οδήγησαν σε μεγάλο επενδυτικό κενό. Συστήνεται «αύξηση των επενδύσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη» η οποία «θα συμβάλει στην ενίσχυση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων».
  • Αναφέρεται ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις με ανεπαρκείς πόρους, χαμηλή αυτονομία, χαμηλή επίδοση στις βασικές δεξιότητες (συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών) και συνεχιζόμενες αναντιστοιχίες δεξιοτήτων. «Σε όλα τα επίπεδα, η λογοδοσία και η παρακολούθηση, που είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος λείπουν σε μεγάλο βαθμό» επισημαίνεται.
  • Η Ελλάδα ξεκίνησε μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση του συστήματος πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης το 2017, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση της πρόσβασης και απαιτεί συνεχείς επενδύσεις μέσω της ανάπτυξης τοπικών μονάδων υγειονομικής περίθαλψης.
  • Το ελληνικό σύστημα μεταφορών αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Είναι σε μεγάλο βαθμό οδικό και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο, με όλες τις κύριες διασυνδέσεις να περιστρέφονται γύρω από τη διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Το κόστος μεταφοράς εξακολουθεί να είναι υψηλά, ενώ η ποιότητα των υπηρεσιών, τα πρότυπα ασφάλειας και η διείσδυση των ευφυών συστημάτων μεταφορών παραμένουν χαμηλά. Απαιτούνται νέες επενδύσεις για την αύξηση των πολυτροπικών μεταφορών και την προώθηση της περιφερειακής ολοκλήρωσης και της αστικής ανάπτυξης.
  • Η επεξεργασία των στερεών αποβλήτων και των αστικών και βιομηχανικών λυμάτων αποτελεί τον κύριο τομέα που χρειάζεται πρόσθετες επενδύσεις για την ευθυγράμμιση των προτύπων περιβαλλοντικής προστασίας της χώρας με την υπόλοιπη ΕΕ. Η διαχείριση των στερεών αποβλήτων εξακολουθεί να αποτελεί μείζονα διαρθρωτική πρόκληση, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υγειονομική ταφή και στη μηχανική-βιολογική επεξεργασία αντί στις πιο σύγχρονες τεχνικές. Επιπλέον, το ποσοστό των αστικών αποβλήτων που ανακυκλώνονται είναι μόνο περίπου το ένα τρίτο του μέσου όρου της ΕΕ. Απαιτούνται επίσης επενδύσεις για τη βελτίωση της επεξεργασίας των υδάτων, την καταπολέμηση της αλάτωσης των υπόγειων υδάτων και τη λήψη μέτρων στήριξης για την πρόληψη των πλημμυρών και την αποκατάσταση της φυσικής ροής των ποταμών. Οι ανεπαρκώς αναπτυγμένες υποδομές αυξάνουν το κόστος ενέργειας για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και αποτελούν εμπόδιο στην απορρόφηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια ιδιαίτερη πρόκληση εδώ με την ηλεκτρική συνδεσιμότητα των νησιών και τη σύνδεση με τις γειτονικές χώρες.
  • Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας και της κοινωνίας παραμένει πρόκληση, με χαμηλή πρόσβαση σε ευρυζωνικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας και ψηφιακές δεξιότητες πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει ιδιαίτερα στην τεχνολογία της πληροφορίας και της επικοινωνίας, προκειμένου να αντισταθμίσει την κάμψη των επενδύσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η ανεπαρκής ευρυζωνική σύνδεση υψηλότερης ταχύτητας δημιουργεί σημαντικά εμπόδια στις δυναμικές εξαγωγικές επιχειρήσεις. Η επένδυση στην καινοτομία και τις δεξιότητες είναι ανεπαρκής για την προώθηση της αύξησης της παραγωγικότητας.
  • Χρειάζονται ανανεωμένες στρατηγικές «έξυπνης εξειδίκευσης» σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο και επιπρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση των πλέον πιεστικών αδυναμιών του συστήματος έρευνας και καινοτομίας για την τόνωση επενδύσεων προσανατολισμένων προς την αγορά στην έρευνα και την ανάπτυξη, οι οποίες παραμένουν χαμηλές.  Απαιτούνται επίσης υψηλότερες επενδύσεις για την τόνωση των χαμηλών επιπέδων τεχνολογικής ανάπτυξης, που αντανακλάται στον πολύ χαμηλό αριθμό διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη.
  • Επενδύσεις στη στήριξη των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών, των νησιών και των ορεινών περιοχών είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση της απώλειας και της επιδείνωσης της ποιότητας του φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας κατά την οικονομική κρίση. Η βιώσιμη αναδιάρθρωση των μειονεκτικών ή / και αποβιομηχανοποιημένων περιοχών στα αστικά κέντρα της Αθήνας-Πειραιώς και της Θεσσαλονίκης και στα κύρια περιφερειακά αστικά κέντρα (Πάτρα, Ηράκλειο, Λάρισα, Ιωάννινα, Αγρίνιο και Χαλκίδα) είναι  προτεραιότητα.
  • Ο προγραμματισμός των κονδυλίων της ΕΕ για την περίοδο 2021-2027 θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων προβλημάτων. Η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας για τη διαχείριση των χρημάτων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία των επενδύσεων.
  • Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων, που αντιπροσώπευαν το 70% των ανέργων στην Ελλάδα το 2018, είναι πολύ υψηλό, ενώ ανησυχητική είναι και η υψηλή ανεργία των νέων και η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας. Οι παρεμβάσεις πρέπει να επικεντρωθούν στη βελτίωση των προοπτικών απασχόλησης, στην προώθηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και στην προώθηση των συνθηκών για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.