Κοινός τόπος μεταξύ των εμπλεκομένων μερών στο ελληνικό ζήτημα που βρίσκονται στην Ουάσινγκτον για την εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ είναι το γεγονός ότι έχουν σχεδόν συμφωνηθεί τα μέτρα λιτότητας που χρειάζονται για να κλείσει το staff level agreement. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα την προσεχή Τρίτη όπως έγραψε το newpost.gr. Ωστόσο, στην αμερικανική πρωτεύουσα άρχισε η… μητέρα των μαχών, μια διαπραγμάτευση για εμάς, χωρίς εμάς. Η συζήτηση δηλαδή για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, το δεύτερο σκέλος των απαιτήσεων του ΔΝΤ που θα πρέπει να ικανοποιηθεί ώστε το Ταμείο να μπει στο πρόγραμμα.

Πρόκειται ως γνωστό για ένα ζήτημα εξόχως σύνθετο, το οποίο όχι μόνο προκαλεί διχασμό μεταξύ των δανειστών, αλλά και αναταραχή στο ίδιο το ΔΝΤ, το οποίο από τη στιγμή της εμπλοκής του στην Ελλάδα έχει καταπατήσει κατάφορα το ίδιο του το καταστατικό. [σ.σ. για να συμμετάσχει χρηματοδοτικά θα πρέπει το χρέος της χώρας που αιτείται βοήθεια να είναι βιώσιμο ή να καταστεί].

Όπως χαρακτηριστικά έγραψαν σήμερα οι New York Times, το ελληνικό ζήτημα έχει πάρει χαρακτήρα υπαρξιακού ζητήματος για το Ταμείο: «Από τη μια πλευρά, έχει επικριθεί για υπερβολική χορήγηση πόρων στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους και ειδικά για το δάνειο στην Ελλάδα το 2010, ωστόσο, ταυτόχρονα, «έχει υποχρέωση να δανείζει σε χώρες που είναι σε ανάγκη όπως και να διασφαλίζει την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα».

Υπό αυτό το πρίσμα θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως στην αμερικανική πρωτεύουσα δεν θα υπάρξει κάποια λύση για το χρέος και οι εβδομάδες που θα μεσολαβήσουν μέχρι το Eurogroup της 22ας Μαΐου θεωρούνται εξαιρετικά κρίσιμες. Οι διαπραγματεύσεις – όπως και αυτές για την αξιολόγηση- διεξάγονται πίσω από κλειστές πόρτες και λίγα θα γίνουν γνωστά για το περιεχόμενό τους εκτός από τις γνωστές διαρροές.

Δύσκολη εξίσωση

Το ζήτημα του χρέους αποτελεί δύσκολη εξίσωση για τους εμπλεκόμενους στο ελληνικό ζήτημα. Και αυτό όχι γιατί δεν υπάρχουν οι τεχνικές λύσεις, αλλά λόγω των πολιτικών προεκτάσεων που αυτές έχουν. Ιδίως εάν αναλογιστεί κάποιος ότι οποιαδήποτε λύση παραπέμπει σε σημαντική ελάφρυνση χρέους – όπως απαιτεί το ΔΝΤ, πρακτικά θα ερμηνευτεί ως παραχώρηση της γερμανικής κυβέρνησης κάτι που φαντάζει ως… πολιτική αυτοκτονία για τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε ενόψει των εκλογών που θα διεξαχθούν στη χώρα τον Σεπτέμβριο.

Ενδεικτικό είναι και το σχόλιο του Γερούν Ντάισλεμπλουμ σήμερα πως ενώ υπάρχει ουσιαστικά συμφωνία στα τεχνικά ζητήματα της αξιολόγησης, θα ακολουθήσουν ιδιαίτερα δύσκολες διαπραγματεύσεις για το χρέος.

Εδώ και μερικές μέρες άρχισαν οι προειδοποιητικές βολές: Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που δύο φορές άφησε αιχμές κατά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις δημοσιονομικές προβλέψεις του για την Ελλάδα. Το ΔΝΤ  την Τετάρτη αναθεώρησε τον στόχο του για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 στο 3,3% του ΑΕΠ ενώ μέχρι πρότινος εκτιμούσε πως αυτό θα ανέλθει μόλις στο 0,1%. Και χθες, Παρασκευή ανακοινώθηκε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους… 4,12% του ΑΕΠ.

Η επίθεση φιλίας του Σόιμπλε βεβαίως έχει λογικότατη εξήγηση. Το ΔΝΤ επιμένει σε χαμηλότερες προβλέψεις για τη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας μετά το τέλος του προγράμματος, στην ουσία αυξάνοντας την πίεση για δραστικότερα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης χρέους. Όπως έγραψε σήμερα το Newpost, η κυβέρνηση φοβάται σε αυτό το πλαίσιο μήπως το ΔΝΤ βάλει τόσο ψηλά τον πήχη για τις μεσοπρόθεσμες ρυθμίσεις του χρέους που η Γερμανία να μην μπορεί να τις δεχτεί. Βέβαια ο φόβος αυτός μπορεί να διαβαστεί και ανάποδα, να βάλει δηλαδή ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε τόσο χαμηλά τον πήχη των ρυθμίσεων που να μην μπορεί να τις δεχτεί το ΔΝΤ.

Οι… φιλικές δηλώσεις του Σόιμπλε λοιπόν θα μπορούσαν να αποκτήσουν και μια αντίστοιχη ανάγνωση. Δηλαδή ότι εφόσον επιτυγχάνονται και με το [πολύ] παραπάνω οι δημοσιονομικοί στόχοι, η ελάφρυνση χρέους που θα απαιτηθεί είναι πολύ μικρότερη καθώς τα πλεονάσματα που επιτυγχάνει η κυβέρνηση [σ.σ. ο Πολ Τόμσεν χθες παραδέχτηκε πως πιάνεται ο στόχος για 3,5% του ΑΕΠ τόσο το 2018 όσο και το 2019], καθιστούν το χρέος βιώσιμο.

Δεν θεωρείται δεδομένη η ένταξη στο QE

Αυτό που καθίσταται σαφές στην προκειμένη περίπτωση είναι πως δεν αρκεί ένας απλός συμβιβασμός μεταξύ Γερμανίας και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για το ελληνικό χρέος, ώστε να ενταχθεί η χώρα μας στο πολυπόθητο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Και αυτό γιατί η Κεντρική Τράπεζα έχει διαμηνύσει σε όλους τους τόνους πως για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να πληρούνται αυστηρά οι προδιαγραφές που έχουν τεθεί, δηλαδή να διασφαλίζεται σαφέστατα και όχι με αστερίσκους μεσοπρόθεσμα η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι διαπραγματεύσεις για το ελληνικό ζήτημα βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή. Η λύση για το χρέος είναι μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση που θα πρέπει να λυθεί, ενώ αρκετοί έχουν θέσει ως ορόσημο το Eurogroup της 22ας Μαΐου. Και το πιθανότερο σενάριο είναι πως αυτή η συνεδρίαση θα μετατραπεί σε έναν… μαραθώνιο μέχρι να φτάσουμε σε κάτι χειροπιαστό, που θα θυμίζει αντίστοιχες συνεδριάσεις του 2015…