Λιτότητα ύψους περίπου 16 δισεκατομμυρίων ευρώ κόστισαν μέχρι τώρα τα 31,7 δισεκατομμύρια ευρώ που έχουμε πάρει από το δάνειο των 86 δισεκατομμυρίων του ESM που υπέγραψε η κυβέρνηση το καλοκαίρι του 2015.

Σύμφωνα με τον Ελεύθερο Τύπο, η πρωτοτυπία του τρίτου προγράμματος προσαρμογής της οικονομίας σε σχέση με το πρώτο και το δεύτερο πρόγραμμα είναι ότι ένα χρόνο πριν από τη λήξη του δεσμεύει τόσο τη σημερινή όσο και την επόμενη κυβέρνηση με την υποχρέωση εφαρμογής ένα πακέτου μέτρων ύψους 4,6 δισ. ευρώ για την τριετία 2018-2020.

Το πακέτο αυτό συμπληρώνει μια πενταετία σκληρών μέτρων που σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή των κρατικών προϋπολογισμών ξεκίνησε το 2015 με 1,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα, κυρίως από περικοπές συντάξεων και φόρους, που συνέχισε το 2016 με προαποφασισμένα μέτρα ύψους 4,2 δισ. ευρώ. Σε αυτά μετά τον Μάιο του 2016 και το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης προστέθηκαν άλλα 1,4 δισ. ευρώ από νέα μέτρα κυρίως από φόρους και περικοπές συντάξεων, φτάνοντας το συνολικό λογαριασμό στα 5,6 δισ. ευρώ.

Εδώ όμως αρχίζει η συζήτηση για το αν τα νέα μέτρα που υιοθετήθηκαν για το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης ανταποκρίνονταν και στις προσδοκίες απόδοσης του υπουργείου Οικονομικών ή ήταν -σκόπιμα- υποτιμημένες και από τους δανειστές αλλά και από το ΥΠΟΙΚ. Τα ερωτηματικά μεγάλωσαν με την ανακοίνωση του πρωτογενούς πλεονάσματος-ρεκόρ του 4,2% του ΑΕΠ (7,4 δισ. ευρώ) για το 2016. Ακόμη και αν οι θεσμοί δεχθούν ότι από μόνιμα μέτρα προήλθε μόνο το 3,3% (5,8 δισ. ευρώ), η υπεραπόδοση είναι τεράστια σε σχέση με το στόχο του προγράμματος για πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% του ΑΕΠ και δέκα φορές μεγαλύτερη από τα μέτρα του 2015 όταν το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε το 0,3% του ΑΕΠ (ενώ οι δανειστές περίμεναν έλλειμμα 0,25% του ΑΕΠ).

Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η υπεραπόδοση των φόρων μεταξύ πρόβλεψης και τελικού αποτελέσματος για το 2016 φτάνει τα 2 δισ. ευρώ, ενώ με βάση τον προϋπολογισμό η απόδοση των νέων μέτρων του προηγούμενου χρόνου από φορολογικό και ασφαλιστικό θα ήταν μόνο 600 εκατ. ευρώ. Συνεπώς η υπέρβαση του στόχου έφτασε το 1,4 δισ. ευρώ, που ήταν και το κομμάτι της απόδοσης που κρυβόταν κάτω από τις συντηρητικές εκτιμήσεις κυβέρνησης και δανειστών.

Συνεπώς ο συνολικός λογαριασμός των μέτρων σε πραγματικές συνθήκες έφτασε για το 2016 το αστρονομικό ποσό των 7 δισ. ευρώ! Για το 2017 η ενεργοποίηση μέτρων που ψηφίστηκαν το 2016 και οι έμμεσοι φόροι που εφαρμόστηκαν από 1.1.2017 αναμένεται να αποδώσουν πρόσθετα έσοδα 2,4 δισ. ευρώ.

Αρά η συνολική επιβάρυνση την τριετία 2015-2017 έχει φτάσει μέχρι τώρα τα 10,9 δισ. ευρώ (1,5 δισ. ευρώ το 2015, 7 δισ. ευρώ το 2016 και 2,4 δισ. ευρώ το 2017).

Άλλα 440 εκατ. το 2018

Με τη συμφωνία που έκλεισε νωρίς το πρωί της περασμένης Τρίτης προβλέπεται ότι θα έχουμε νέα μέτρα συνολικού ύψους 440 εκατ. ευρώ και το 2018. Η δικαιολογία είναι ότι θα πρέπει να διασφαλιστούν πόροι για την καταβολή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, γνωστού πλέον ως ΚΕΑ. Το δημοσιονομικό κενό που έχουν εντοπίσει από τις αρχές της δεύτερης αξιολόγησης οι δανειστές το υπολογίζουν στα 700 εκατ. ευρώ. Τελικά όμως το κενό συμφωνήθηκε ότι είναι περίπου 450 εκατ. ευρώ και με βάση τα κείμενα που φαίνεται ότι έχουν συμφωνηθεί, θα καλυφθούν από κοινωνικές παροχές.

Συγκεκριμένα τα 444 εκατ. ευρώ που θα πρέπει να βρεθούν το 2018 θα προέλθουν από:

  • Την κατάργηση της έκπτωσης κατά 10% επί του φόρου στις ιατρικές δαπάνες με στόχο την εξοικονόμηση φορολογικών δαπανών 121 εκατ. ευρώ.
  • Τη μείωση κατά 50% του κονδυλίου που διατίθεται κάθε χρόνο για την καταβολή επιδόματος θέρμανσης με στόχο την εξοικονόμηση 58 εκατ. ευρώ.
  • Την κατάργηση όλων των άλλων επιδομάτων για τους δικαιούχους του Κοινωνικού Επιδόματος Αλληλεγγύης. Πιο συγκεκριμένα θα καταργηθούν το επίδομα απροστάτευτων τέκνων (3 εκατ. ευρώ), τα επιδόματα ανεργίας για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας (5 εκατ. ευρώ) και τα επιδόματα φτώχειας και φυσικών καταστροφών (4 εκατ. ευρώ). Η συνολική εξοικονόμηση θα φτάσει τα 12 εκατ. ευρώ.
  • Τη μείωση του αριθμού των συμβασιούχων του Δημοσίου κατά 1.028 άτομα, με την άμεση ενεργοποίηση της συνεχούς κινητικότητας στο Δημόσιο και της αξιολόγησης, ενώ ορίζεται ότι για να εφαρμοστεί η χαλάρωση του κανόνα των προσλήψεων από το 5 προς 1 θα πρέπει να τηρούνται οι δημοσιονομικοί στόχοι. Το θέμα είναι ένα από τα προβλήματα των διαπραγματεύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη.