Διαφυγόντα έσοδα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για το ελληνικό Δημόσιο προκαλεί η έξαρση του λαθρεμπορίου τσιγάρων. Ήδη, στο α΄ τετράμηνο της χρονιάς παρουσιάζει αυξητικές τάσεις, αφού φαίνεται να έχουν ατονήσει οι κρατικοί έλεγχοι για την πάταξη του φαινομένου.

Όπως μεταδίδει η Καθημερινή, το πρώτο τετράμηνο του 2017 το μερίδιο των παράνομων τσιγάρων ξεπερνά το 31% επί της νόμιμης αγοράς, όταν οι εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών μιλούσαν για πάνω από 22% μερίδιο του λαθρεμπορίου τσιγάρου τον Οκτώβριο του 2016 στο σύνολο της αγοράς, ενώ στα τέλη του 2015 είχε περιοριστεί στο 19,8%.

Και όλα αυτά, την ίδια ώρα που το σύνολο των εγχώριων και διεθνών καπνοβιομηχανιών άρχισε μετά το Πάσχα να ενσωματώνει στα πακέτα τσιγάρων τη δεύτερη αύξηση των 0,30 ευρώ ανά πακέτο. Η πρώτη αύξηση των 20 λεπτών έγινε τον περασμένο Νοέμβριο και όπως πληροφορείται η «Κ», τα στοιχεία των πωλήσεων είναι απογοητευτικά, καθώς φούντωσε το λαθρεμπόριο σε μια εποχή που ο καταναλωτής έφθασε να περιορίζει ακόμη και είδη πρώτης ανάγκης (γάλα, κρέας κ.λπ.).

Τα τσιγάρα αποτελούν πλέον το πιο φορολογημένο προϊόν στη χώρα –ξεπερνώντας ακόμη και τη βενζίνη– καθώς ο φόρος φθάνει το 90% της λιανικής τιμής, ενώ η φοροδοτική ικανότητα του κλάδου έχει εξαντληθεί. Η εφαρμογή της 9ης κατά σειρά αύξησης φόρου στα τσιγάρα από το 2010 (η 8η έγινε τον Ιούνιο του 2016 με την αύξηση του ΦΠΑ) θα οδηγήσει στον δρόμο περισσότερες από 60.000 οικογένειες που απασχολούνται στην καπνική αλυσίδα και θα κλείσουν τουλάχιστον 3.000 περίπτερα από τα 6.000 που έχουν απομείνει. Πριν από το 2010 οι περιπτερούχοι διέθεταν 11.000 καταστήματα σε ολόκληρη τη χώρα.

Πτώση στα έσοδα

«Για κάθε ένα ευρώ που πληρώνει ένας καταναλωτής, τα 90 λεπτά πηγαίνουν στο κράτος (ΕΦΚ και ΦΠΑ) και μόλις 10 λεπτά σ’ όλη την εφοδιαστική αλυσίδα (καλλιεργητές, μεταποιητές, βιομηχανίες, διανομείς, λιανέμποροι)», αναφέρουν εκπρόσωποι του κλάδου. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, «το 2016 τα εκτιμώμενα έσοδα από καπνικά παραμένουν στα επίπεδα του 2009, παρά την αύξηση των φόρων κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες και του κύκλου εργασιών στην αγορά από το 73% στο 84% της μέσης λιανικής τιμής».

Η Ελλάδα έχει την υψηλότερη φορολογία τσιγάρων στην Ευρώπη, χωρίς να έχει τα μέσα να πατάξει το παράνομο εμπόριο και να προστατεύσει τα δημόσια έσοδα και τη δημόσια υγεία.

Μελέτη του ΙΟΒΕ τον Νοέμβριο του 2016 αναφορικά με τις επιπτώσεις της νέας αύξησης φορολογίας στα προϊόντα καπνού εκτιμά ότι το παράνομο εμπόριο τσιγάρων στην Ελλάδα το 2017 θα φτάσει στο 30%.

Η ζήτηση αλλά και η προσφορά είναι μεγάλη και μπορεί να βρει κάποιος παράνομα τσιγάρα σε πολλές γειτονιές, λαϊκές αγορές αλλά και μέσω Ιντερνετ. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, κάθε θέση εργασίας στην παραγωγή και διανομή προϊόντων καπνού συνδέεται με 4 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ελληνική οικονομία. Το λαθρεμπόριο χρηματοδοτεί άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος και στερεί θέσεις εργασίας στη νόμιμη εφοδιαστική αλυσίδα.

Η εικόνα στην Ε.Ε.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάθε χρόνο το παράνομο εμπόριο τσιγάρων στερεί από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. περίπου 10 δισ. ευρώ σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και χρηματοδοτεί άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος και τρομοκρατικές οργανώσεις. Σύμφωνα με την τελευταία μελέτη της KPMG, το 2015, το παράνομο εμπόριο τσιγάρων στην Ελλάδα ήταν 19,8%, δηλαδή ένα στα πέντε πακέτα τσιγάρων που κυκλοφορούσαν στην αγορά ήταν παράνομα. Για το 2015 μόνο χάθηκαν από τα κρατικά ταμεία περίπου 640 εκατ. ευρώ λόγω του παράνομου εμπορίου τσιγάρων. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, 6 στα 10 πακέτα από τα παράνομα τσιγάρα είναι τα Illicit Whites ή Φθηνά Λευκά. Τα Φθηνά Λευκά είναι προϊόντα καπνού που παράγονται με κύριο στόχο την παράνομη διακίνησή τους σε αγορές που δεν έχουν νόμιμη διανομή.

Οι διωκτικές αρχές καταβάλλουν προσπάθειες, αλλά αν δεν υπάρχει φορολογική σταθερότητα, είναι μεγάλο το κίνητρο για τις εγκληματικές οργανώσεις.

Τα κράτη-μέλη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιθυμούν διακαώς την καταπολέμηση του φαινομένου, αλλά πρέπει να δράσουν γρήγορα και να νομοθετήσουν την υιοθέτηση ενός συστήματος ιχνηλασιμότητας στα καπνικά προϊόντα. Η υιοθέτηση ενός λειτουργικού συστήματος ιχνηλασιμότητας κινδυνεύει να καταλήξει σε μια πολιτική πάλη ανάμεσα στις καπνοβιομηχανίες και μερικούς προμηθευτές με ιδιαίτερα συμφέροντα.