O ελληνοτουρκικός «πόλεμος» της τσιπούρας καλά κρατεί με τα νέα ωστόσο που έρχονται από τη γείτονα να μην είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά.

Η αύξησης της ζήτησης σε τσιπούρα και λαβράκι στη Μέση Ανατολή, στην Ασία και στις ΗΠΑ οδηγεί πολλές από τις τουρκικές εταιρείες του κλάδου σε επιθετικές κινήσεις. Ακριβέστερα, σύμφωνα με την εξειδικευμένη ιστοσελίδα Undercurrent News που επικαλείται σε δημοσίευμά της η Καθημερινή, αναφέρεται ότι η εταιρεία Camli (μέλος του Yasar Group Holding), που το 2016 η παραγωγή της σε λαβράκι έφτασε τους 7.000 τόνους, σκοπεύει τα επόμενα τρία χρόνια να διαμορφώσει την παραγωγή της σε τσιπούρα και λαβράκι σε 13.000 τόνους ετησίως. Η εταιρεία Kilic, η οποία σημειωτέον φέρεται να έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον και για την εξαγορά ελληνικών εταιρειών του κλάδου των ιχθυοκαλλιεργειών, σκοπεύει το 2017 να παραγάγει 45.000 τόνους λαβρακίου και τσιπούρας, ενώ αύξηση της παραγωγής της στα δύο αυτά είδη και σε κατεψυγμένα προϊόντα σχεδιάζει και η εταιρεία Gumusdoga Seafood.

Η παραγωγή της τελευταίας σε τσιπούρα και λαβράκι ανήλθε σε 15.000 τόνους το 2016 και στόχος της είναι να την αυξήσει φέτος στους 20.000 τόνους. Από τους 8.500 τόνους το 2016 σχεδιάζει να αυξήσει την παραγωγή της σε 10.000 τόνους η εταιρεία Noordzee, μέσω επενδύσεων στην επέκταση των ιχθυοκαλλιεργητικών της σταθμών. Η Sagun, που αποτελείται από 6 εταιρείες και διαθέτει 8 σταθμούς παραγωγής, μετά και τις πρόσφατες εξαγορές που έκανε, αναμένεται να αυξήσει την παραγωγή της φέτος στους 15.000 τόνους από 6.000 τόνους το 2016.

Ενδεχόμενη σημαντική μείωση των τιμών επηρεάζει αρνητικά τις ελληνικές εταιρείες (εν προκειμένω, τη Σελόντα και τον Νηρέα), υπό την έννοια ότι μπορεί να υποβαθμίσει την αξία τους στο πλαίσιο της αναζήτησης στρατηγικού επενδυτή, διαδικασία στην οποία βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι τράπεζες, που αποτελούν και τους κύριους μετόχους τους.

Παρόλο που οι ελληνικές εταιρείες του κλάδου βρίσκονται σε τροχιά ανάκαμψης, μετά τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης του δανεισμού τους, την ίδια ώρα σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα, έχουν να αντιμετωπίσουν και την ολιγωρία του κράτους.

Αν και από το 2011 έχει προβλεφθεί η ίδρυση Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών, αυτές δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Επιπλέον δεν έχει ενεργοποιηθεί ακόμη το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αλιεία», το οποίο αποτελεί το κύριο εργαλείο χρηματοδότησης επενδύσεων και δράσεων προώθησης του κλάδου. Οπως επισημαίνει ο ΣΕΘ, ενώ σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ξεκινήσει η χρηματοδότηση των οργανώσεων παραγωγών υδατοκαλλιέργειας, στην Ελλάδα εκκρεμεί ακόμη και το θεσμικό πλαίσιο για την αναγνώρισή τους.