Θετικά σχόλια, αλλά και προειδοποιήσεις αναφορικά με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων επεφύλασσε η έκθεση του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα.

Όπως τονίζεται, η ανάπτυξη ανακάμπτει, και οι προοπτικές της χώρας βελτιώθηκαν έπειτα από τη συμφωνία για τη δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος. Ωστόσο σύμφωνα με τον Οργανισμό, οι αβεβαιότητες παραμένουν και συνδέονται με μια σειρά από ζητήματα, όπως το θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η ελάφρυνση χρέους, ενδεχόμενες καθυστερήσεις στην τρίτη αξιολόγηση καθώς επίσης και οι εντάσεις στις γειτονικές χώρες της Ελλάδας.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για το χρέος το οποίο παρότι θεωρείται ότι έχει σταθεροποιηθεί, παραμένει σε υψηλά επίπεδα, επιδεινώνοντας έτσι τις οικονομικές προοπτικές της χώρας.

Ως προς τα capital controls αναφέρεται πως έχουν συμβάλει αρκετά στον περιορισμό της ρευστότητας στην οικονομία, αναφέροντας πως οι όροι χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένοι, σε συνδυασμό με το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ο ΟΟΣΑ καλεί την κυβέρνηση να προχωρήσει γρήγορα το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, υποστηρίζοντας πως «είναι ζωτικής σημασίας για την προσέλκυση ιδιωτικής χρηματοδότησης και εμπειρογνωμοσύνης σε τομείς-κλειδιά, για την αύξηση των εσόδων και της αξίας των κρατικών περιουσιακών στοιχείων».

Διαβάστε ολόκληρη την έκθεση του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα

Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο ύφεσης, η οικονομία σταθεροποιήθηκε το 2016 και το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,1% το 2017 και 2,5% το 2018. Η αγορά εργασίας βελτιώνεται, στηρίζοντας την ιδιωτική κατανάλωση, και η υψηλότερη ζήτηση από το εξωτερικό ενισχύει τις εξαγωγές.

Οι επενδύσεις έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν από τα χαμηλά τους επίπεδα και αναμένεται να επιταχύνουν. Η αύξηση στο φόρο κατανάλωσης και οι πρόσφατες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας θα οδηγήσουν σε αύξηση του πληθωρισμού τιμών, αν και ο υφέρπων πληθωρισμός θα παραμείνει σε μεσαία επίπεδα, ενόσω υπάρχει αναξιοποίητη παραγωγική ικανότητα.

Το 2016, το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα ήταν ίσο με το 3,8% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας τις προσδοκίες και τον στόχο του 0,5%. Κλειδί για την εδραίωση των σημαντικών δημοσιονομικών επιτευγμάτων των τελευταίων ετών είναι η σημείωση περαιτέρω προόδου όσον αφορά την καταπολέμηση της φοροαποφυγής, η διεύρυνση της φορολογητέας βάσης εισοδήματος και ο έλεγχος των δαπανών για τις συντάξεις, αλλά και η απελευθέρωση πόρων για σημαντικά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας.

Το δημόσιο χρέος έχει σταθεροποιηθεί, αλλά παραμένει σε υψηλά επίπεδα, επιδεινώνοντας έτσι, τις οικονομικές αδυναμίες και καλώντας σε επιπλέον ελάφρυνση, προκειμένου να διασφαλιστεί η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη δημοσιονομική του βιωσιμότητα.

Η συνέχιση της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα αυξήσει την παραγωγικότητα και, μέσω εντατικοποιημένης συμμετοχής στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας, θα αυξηθούν και οι εξαγωγές. Η ανάπτυξη και εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών αναζήτησης εργασίας και εκπαίδευσης, συνδεόμενων με επιδοματική πολιτική, και η ενίσχυση της δια βίου εκπαίδευσης θα ενισχύσουν τα προσόντα του εργατικού δυναμικού, θα το μετατοπίσουν προς τον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών και θα βελτιώσουν τις προοπτικές των πολιτών αναφορικά με την εξεύρεση μιας καλής εργασίας.

Η οικονομία αρχίζει να ανακάμπτει

Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης έχει υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και των επιχειρήσεων και έχει κρατήσει υψηλές τις αποδόσεις των έντοκων γραμματίων του δημοσίου. Ωστόσο, η προκαταρκτική συμφωνία που επετεύχθη το Μάιο του 2017 έχει βελτιώσει τις τις προοπτικές αναφορικά με μια αντιστροφή του οικονομικού κλίματος και μείωσε τις αποδόσεις. Αυτό προϋποθέτει μια ικανοποιητική και έγκαιρη επίλυση του προβλήματος. Παρά τη σταδιακή, αλλά σταθερή χαλάρωση των capital controls, οι όροι χρηματοδότησης παραμένουν πολύ περιορισμένοι. Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να στηρίζονται, αν και σε μικρότερο βαθμό, στο μηχανισμός Έκτακτης Ρευστότητας της Τράπεζας της Ελλάδος. Το μεγάλο μέρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων βαρύνει τους ισολογισμούς των τραπεζών, περιορίζοντας την προσφορά των πιστώσεων, ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, μέσω ενός πλαισίου εξυγίανσης, που περιλαμβάνει ποσοτικούς στόχους και που τίθεται σε ισχύ για την εύρυθμη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ωστόσο, ο αριθμός των οικοδομικών αδειών αυξάνεται, ενώ η κατασκευή έχει μειωθεί. Η παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών ανακάμπτει, γεγονός που είναι ενδεικτικό της αύξησης των επενδύσεων. Μέσω των τελευταίων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, τα ποσοστά απασχόλησης αυξάνονται, στηρίζοντας την ιδιωτική κατανάλωση. Τα ποσοστά ανεργίας μειώνονται, αλλά παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ειδικά για τους νέους, γεγονός που συμβάλλει στα υψηλά επίπεδα φτώχειας.

Ο δημοσιονομικός στόχος επετεύχθη, αλλά η διαδικασία διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι άνιση. Το 2016, το πρωτογενές πλεόνασμα άγγιξε το 3,8% του ΑΕΠ, πολύ πάνω από το στόχο του 0,5% και ο συνολικός προϋπολογισμός είναι ουσιαστικά ισορροπημένος. Ο έλεγχος των δημόσιων δαπανών και τα αυξημένα φορολογικά έσοδα, που οφείλονται σε βελτιώσεις αναφορικά με τη φορολογική συμμόρφωση, συνεισέφεραν στο παραπάνω επίτευγμα.

Κατά την προβλεπόμενη περίοδο, το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να μειωθεί, αλλά παραμένοντας σε υψηλά επίπεδα, πάνω από το 2,5% του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί σε αναλογία του ΑΕΠ, αλλά θα παραμείνει υψηλό για κάποιο χρονικό διάστημα. Η ελάφρυνση του χρέους, συμπεριλαμβανομένης της επιμήκυνσης της λήξης, καθώς και κάποιων επιπλέον περιόδων χάριτος, θα μειώσουν τις οικονομικές αδυναμίες και θα ενισχύσουν την ικανότητα της Ελλάδας να διαχειριστεί μόνη το χρέος της.

H ελάφρυνση του χρέους θα ανοίξει το δρόμο για την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ και, σε συνδυασμό με περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και φορολογική συμμόρφωση, θα επιτρέψει την μείωση των φορολογικών συντελεστών και την αύξηση των δαπανών σε υψηλής ποιότητας επενδυτικά προγράμματα.

Η τρέχουσα αναθεώρηση των δαπανών μπορεί να αλλάξει τις προτεραιότητες, ώστε να καταστεί εφικτή η ενίσχυση προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας, όπως πχ προγραμμάτων για την καταπολέμηση της φτώχειας ή προγραμμάτων εκπαίδευσης. H ενίσχυση του συστήματος εγγυημένου κατώτατου εισοδήματος, η διεύρυνση των στοχευμένων γευμάτων στα σχολεία και τα προγράμματα στέγασης θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τα τμήματα του πληθυσμού που υποφέρουν από τη φτώχεια.

Η χαλάρωση της νομοθεσίας στον τομέα της ενέργειας, των επικοινωνιών και των μεταφορών, θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα και θα βελτιώσει την ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών. Η επέκταση της χρήσης της αξιολόγησης του αντίκτυπου θα οδηγήσει σε βελτίωση της νομοθεσίας και θα συμβάλλει στη μείωση του διοικητικού φόρτου.

Η επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων είναι ζωτικής σημασίας για την προσέλκυση ιδιωτικής χρηματοδότησης και εμπειρογνωμοσύνης σε τομείς-κλειδιά, για την αύξηση των εσόδων και της αξίας των κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Η συνέχιση της βελτίωσης της φορολογικής διοίκησης και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης έχουν πρωταρχική σημασία για την αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές αβεβαιότητες

Το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,1% το 2017 και 2,5% το 2018. Η αύξηση της απασχόλησης θα συνεχίσει να στηρίζει το εισόδημα και την κατανάλωση των νοικοκυριών. Τα ποσοστά ανεργίας θα μειωθούν σταδιακά καθώς η οικονομία θα επεκτείνεται και περισσότεροι άνθρωποι θα εισέρχονται στην αγορά εργασίας.

Οι επενδύσεις αναμένεται να ανακάμψουν, καθώς ανακάμπτουν τόσο η εγχώρια κατανάλωση όσο και οι εξαγωγές. Η βελτίωση της ανάπτυξης στις εξαγωγικές αγορές της Ελλάδας και η αύξηση της ανταγωνιστικότητας θα στηρίξουν τις εξαγωγές. Η άνοδος της εγχώριας ζήτησης θα οδηγήσει σε άνοδο των εισαγωγών. Η περαιτέρω πρόοδος αναφορικά με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μια γρηγορότερη επίλυση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα οδηγήσει σε υψηλότερες επενδύσεις και εξαγωγές από τις προβλεπόμενες. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με τη δημόσια κατανάλωση και τις δημόσιες επενδύσεις, γεγονός που θα ενισχύσει την ανάπτυξη χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά.

Καθυστερήσεις αναφορικά με την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, αλλά και με την επίτευξη συμφωνίας ως προς την ελάφρυνση του χρέους θα επηρεάσουν αρνητικά το αίσθημα εμπιστοσύνης και, συνεπώς, τις επενδυτικές προοπτικές. Οι γεωπολιτικές εντάσεις στις γειτονικές χώρες, αλλά και μια ενδεχόμενη αύξηση των προσφυγικών ροών θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσθετους κινδύνους.